UK Bookmakers
Εκτύπωση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΚΟΖΙΟΥ-ΚΟΛΟΦΩΤΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΣΤΟ2Ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΔΩΝ ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ

Γράφτηκε από τον/την Αμφικτιονία Θεσσαλών Καραγκούνηδων. Posted in ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΟΖΙΟΥ-ΚΟΛΟΦΩΤΙΑ ΣΤΟ 2ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΔΩΝ ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Έμφυλοι ρόλοι όπως αυτοί αποτυπώνονται στη γαμήλια τελετουργία  των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας

                                         Εισαγωγή

Η ενασχόλησή μου με το γυναικείο κίνημα , η ενεργός και διαρκής συμμετοχή μου στις διοικήσεις  γυναικείων και λαογραφικών συλλόγων του τόπου μας , η έρευνα και οι καταγραφές που πραγματοποιήθηκαν από την ομάδα καταγραφής του Κέντρου Ιστορικής και Λαογραφικής Έρευνας «Ο ΑΠΟΛΛΩΝ» Καρδίτσας , την οποία συντονίζω , οι εισηγήσεις του 3ου Πανελλήνιου Συνεδρίου με θέμα « Γυναίκα και παράδοση» , που συνδιοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με το Κέντρο ,  στο οποίο είχα ενεργό ρόλο , καθώς και οι συζητήσεις με τους εισηγητές του Συνεδρίου και τους συνέδρους ξεκαθάρισαν , συμπλήρωσαν και ολοκλήρωσαν  την εικόνα που είχα σχηματίσει για τους έμφυλους ρόλους των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας και ιδιαίτερα αυτόν της  γυναίκας . Ζώντας σε ένα αμιγές καραγκουνοχώρι , την Κρανιά Καρδίτσας και βιώνοντας η ίδια πολλά από αυτά θα προσπαθήσω να  αναδείξω, μέσα από την εισήγησή μου , τον καθοριστικό ρόλο που παίζει το φύλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας τόσο των ατόμων , όσο και των κοινωνιών .

Η προετοιμασία για το γάμο σε παλαιότερους καιρούς

Όλες οι κοινωνίες είχαν ως βασικό κύτταρο την οικογένεια η οποία δημιουργείτο με το γάμο , ο οποίος ρύθμιζε τους κανόνες , τους ρόλους και τις υποχρεώσεις των μελών της . Η διευρυμένη ή εκτεταμένη ήταν η βασική μορφή οικογένειας στους Καραγκούνηδες . Συνήθως  αποτελούνταν από το ζευγάρι , τα παιδιά , τα εγγόνια και άλλους στενούς συγγενείς .

Η Καραγκούνα γυναίκα από την παιδική της ηλικία προετοιμαζόταν για το μελλοντικό της ρόλο ως νύφη , σύζυγος , μητέρα , νοικοκυρά  , εργάτρια , αντίθετα με τον άνδρα ο οποίος προετοιμαζόταν να πάει στο σχολείο ή , αν οι περιστάσεις το καλούσαν , να γίνει αρχηγός , καπετάνιος , αρματωλός και σαν μεγαλώσει και παντρευτεί, να γίνει ο προστάτης της οικογένειάς του , στην οποία συμπεριλαμβάνονταν σχεδόν πάντα και οι γονείς του  . Αυτό φαίνεται στα τραγούδια του γάμου και τα νανουρίσματα  που έλεγε η μαμά ή η γιαγιά μέσα από οποία περνούσαν όλες οι επιθυμίες , τα όνειρα και οι προσδοκίες τους για τους απογόνους , τα τρυφερά τους βλαστάρια .

Χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω τραγούδια .

         

          Νάνι του λέει η μάνα του κι εγώ το νανουρίζω,

ώσπου να πάει στο σχολειό τα γράμματα να μάθει.

Νύφη μ’ εδώ που σ’ έφερα εδώ να καμαρώσεις

Σαν κυπαρίσσι να σταθείς σα δέντρο να ριζώσεις

και σα μηλιά γλυκομηλιά ν’ ανθίσεις να καρπίσεις

να κάνεις γιους μαλάματα και τσιούπρες ασημένιες

οι γιοι να πάνε στο σχολειό και οι τσούπρες στα κεντίδια .

Τρία χρυσά γαρίφαλα σ ’ένα ασημένιο τάσι

τα’ αντρόγυνο που  έγινε να ζήσει να γεράσει

«να κάνει γιους αρματωλούς

 και γιους καπεταναίους»

Ξεκαθαρισμένοι οι ρόλοι και στην επιλογή των συζύγων  τους . Ο νέος διάλεγε τη νύφη ενώ  η κοπέλα προσπαθούσε να τον σαγηνέψει με τα προικιά της , που η μάνα της θα τα παράγγελνε στην  Πόλη και στη Βενετιά

 «κοιμήσου και παρήγγειλα

στην Πόλη τα προικιά σου

στα Γιάννενα τα ρούχα σου

και τα χρυσαφικά σου»

«Το κορίτσι μου το ρούσο

να τ’ αλλάξω , να το λούσω ,

να το στείλω στο σεργιάνι ,

ένα νέο να μαράνει»

Από την παιδική της ηλικία και μέχρι να γίνει για παντρειά η κοπέλα διαρκώς εκπαιδευόταν , για να ανταποκριθεί στις πολλές υποχρεώσεις που θα φορτωνόταν με το γάμο . Έπρεπε , λοιπόν , να μάθει να μαγειρεύει , να πλένει , να καθαρίζει , να «κρατάει» , με μια κουβέντα , το σπίτι . Επίσης να δουλεύει στα χωράφια , να φτιάξει , με τη βοήθεια της μάνας της τα προικιά και με την ομορφιά της και λίγη καλή τύχη να καλοπαντρευτεί και να προκόψει . « Καλή τύχη» ήταν η μόνιμη επωδός που άκουγε απ’ τη στιγμή που γεννιόταν το κορίτσι σε αντίθεση με το αγόρι που του εύχονταν «Με ένα καλό κουρίτσ’» .

                      Το προξενιό και ο αρραβώνας

Οι γάμοι μέχρι τη δεκαετία του 1960 ξεκινούσαν με το προξενιό . Το υποψήφιο για παντρειά κορίτσι δεν είχε το δικαίωμα επιλογής . Ο προξενητής , άνθρωπος με κύρος στη μικρή κοινωνία του χωριού , αναλάμβανε να τα «ταιριάξει» . Η γνώμη της κοπέλας αλλά και του αγοριού , πολλές φορές , δε λαμβανόταν υπ’ όψιν . Πρωταγωνιστής στις διαπραγματεύσεις ήταν ο πατέρας του αγοριού ο οποίος επέβαλε τους δικούς του όρους , ώστε να εξασφαλίσει  περισσότερη προίκα  για το γιο του. Κάποιες φορές τα παζάρια κρατούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και αυτό ήταν εξευτελιστικό για τη γυναίκα . Σαν όμως το προξενιό είχε αίσιο τέλος , ο προξενητής αμειβόταν με λεφτά , δώρα ( συνήθως παπούτσια που το χόρευε την ημέρα του γάμου ) αλλά και πολλές φιλοφρονήσεις . Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι που το έλεγαν στα αρραβωνιάσματα .

-Σήμερα λάμπει ο ουρανός , σήμερα λάμπει η μέρα ,

σήμερα αρραβωνιάζεται αϊτός την περιστέρα .

Ποιος ήτανε προξενεφτής και έχει φάει κανέλα

κι αντάμωσε χρυσόν αϊτό μαζί μι μπιρεστέρα?

-Ιγώ’ μουνα προξενευτής και έχω φάει κανέλα .

Πολλές φορές το «ταίριασμα» του ζευγαριού γινόταν από τους ίδιους τους γονείς . Ο τόπος όπου λάβαινε χώρα το «νυφοδιάλεγμα» ήταν το σεργιάνι , μέσα απ’ το οποίο γινόταν η αποτίμηση των προσόντων των νεαρών κοριτσιών . Η είσοδος του κοριτσιού στον κύκλο σήμαινε τη διαθεσιμότητά του ως μέλλουσα νύφη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι γονείς αρραβώνιαζαν τα παιδιά τους στο καφενείο και απλά το ανακοίνωναν στα παιδιά τους , όταν γύριζαν στο σπίτι . «Σ’ αρραβώνιασα , παιδί μ’ , να ζήσεις και καλά στέφανα» . Και η νέα δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να φέρει αντίρρηση , γιατί ήταν μεγάλη ντροπή να πάει κόντρα στις επιλογές του πατέρα της , που φρόντιζε για το καλό της και την αποκατάστασή της .

Σπάνια είχαμε γάμους από έρωτα , γιατί οι ερωτικές σχέσεις αποτελούσαν απειλή για το σύστημα και η διαχείριση της σεξουαλικότητας , ένα  βασικό στοιχείο μέσω του οποίου κρινόταν η αξία μιας γυναίκας και –μέσω αυτής-όλης της οικογένειας .Αν κάποια κοπέλα ξεγελιούνταν και ενέδιδε στον έρωτα κάποιου αγοριού , είχε να αντιμετωπίσει σύσσωμη την οικογένεια και τους συγγενείς της . Κι  αν μεν ο νέος κρατούσε το λόγο του και έπαιρνε το κορίτσι , ξεπλένονταν η ντροπή . Σε αντίθετη περίπτωση αναγκαζόταν η οικογένειά της να δεχθεί τις παράλογες αξιώσεις της προίκας που ζητούσε ο γαμπρός για να την παντρευτεί . Αρκετά κορίτσια που «έπεφταν σε σφάλμα» , όπως συχνά άκουγα από πολλές πληροφορήτριες του χωριού μου , « παντρεύονταν σε άλλο χωριό και σπάνια τις ματαβλέπαμαν» .

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι:

Όλες οι παπαρούνες με γέλια με χαρές

η δόλια η Παναγιούλα με δυο λαβωματιές .

Το λάβωμά της είναι πως δεν παντρεύεται

και μέσα στο χωριό της δεν προξενεύεται .

Η ντροπή που συνδέεται με τη γυναίκα , που δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό της  , πολλές φορές υποκινούσε απελπισμένες ή εξαιρετικά σκληρές συμπεριφορές , που έφταναν μέχρι την αυτοκτονία , το έγκλημα τιμής ή τη δολοφονία των καρπών του έρωτα , που το αναλάμβαναν  γυναίκες συνήθως  του συγγενικού περιβάλλοντος , προκειμένου να προστατέψουν την παραστρατημένη .

Μεγάλο το φορτίο  που κουβαλούσαν οι γυναίκες και πολύ απαξιωτικό , αφού ήταν αναγκασμένες ηθικά και υλικά να υποτάσσονται σε μια συγκεκριμένη  ανδροκρατική ιδεολογία , που υφαίνει ένα περίπλοκο σύστημα αγοροπωλησίας διάφορων αγαθών γύρω από το γάμο .

Ο λόγος της γυναίκας μέσα από τα τραγούδια

Όσα στην πραγματική τους ζωή δεν μπορούσαν να εκφράσουν οι γυναίκες τα λέγανε μέσα από τα τραγούδια , δίνοντας έτσι την δική τους οπτική για την πραγματικότητα , δημιουργώντας δε δίοδο για την έκφραση των συναισθημάτων τους . Έτσι μέσω της ποίησης κατόρθωναν τα άτομα με λιγότερη δύναμη και αυτονομία να αρθρώσουν ένα ξεχωριστό λόγο , διαφορετικό από αυτόν της καθημερινότητας . Ένα λόγο απελευθερωτικό . Μέσα δε από τα τραγούδια του γάμου φανερώνονταν  κύρια οι σχέσεις νύφης-μάνας και νύφης-πεθεράς .

Η σχέση της μάνας με το κορίτσι ήταν και εξακολουθεί να είναι δυνατή . Σ’ αυτή θα πει τα μυστικά της , από αυτή θα ζητήσει τη συμβουλή για ό,τι την απασχολεί , μ’ αυτή θα συζητήσει τα σχετικά με τον αρραβώνα και το γάμο της , σ’ αυτή θα πει τον πόνο της και το παράπονό της και από αυτή πρώτα θα ζητήσει την ευχή , όταν θα τους αποχαιρετήσει μετά το γάμο και θα αναχωρήσει για το νέο της σπίτι .

Αφήνω γεια , μανούλα μου ,

αφήνω γεια , πατέρα μου ,

αφήνω γεια το σπίτι μου .

-Και στο καλό , παιδάκι μου .

Αφήνω γεια στ’ αδέρφια μου .

-Και στο καλό , αδερφούλα μας .

-Αφήνω γεια στη γειτονιά.

-Και στο καλό γειτόνισσα .

-Μάνα μου , γλυκιά μου μάνα ,

πότε μαλώσαμε αντάμα

και με διώχνεις τόσο αλάργα;

Εγώ στα ξένα θ’ αρρωστήσω ,

ποια μανούλα να ζητήσω;

-Να ζητήσ’ τη συννυφάδα

και την πρώτη σου κουνιάδα .

-Η κουνιάδα δεν αδειάζει ,

συννυφάδα δεν  τη νοιάζει .

Μέσα από τα λόγια του  παρακάτω τραγουδιού φαίνεται και ο πόνος της μάνας που αποχωρίζεται τη λουλουδιασμένη της τριανταφυλλιά και μυγδαλιά , τη γραμμένη πέρδικα».

-Απόψε που κοιμόμουνα

κακώς ονειρευόμουνα,

σε πύργο, πύργο ανέβαινα ,

σε περιβόλι έμπαινα ,

σε δυο ποτάμια με νερό

κινδύνευα για να πνιγώ

΄ξηγα το , μάνα μ’ , τ’ όνειρο .

-Το όνειρό σου είναι κακό ,

ο πύργος είναι θάνατος ,

το περιβόλι τάφος σου ,

τα δυο ποτάμια του νερό

 τα δάκρυα που χύνω ιγώ .

-Κακώς , μάνα μ’ το ξήγισις .

Ου πύργους είνι άντρας μου ,

το περιβόλι ο γάμος μου ,

τα δυο ποτάμια του νιρό

κρασί για το συμπεθεριό .

Κανείς δε μένει ασυγκίνητος και από τα λόγια του παρακάτω τραγουδιού , που εκφράζουν τη θλίψη της κοπέλας που αποχαιρετά την πατρική εστία και αναχωρεί για ένα ξένο σπίτι,  ξέροντας καλά τι περίμενε τις νέες νύφες από τα πεθερικά τους .

Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ

η μάνα μ’ μ’ έδιωχνε από το σπιτικό μου

 κι ο πατέρας μου κι αυτός μου λέει φεύγα .

Φεύγω κλαίγοντας , φεύγω παραπονιώντα .

Μέσα από τα λόγια αυτού του τραγουδιού φαίνεται η αδύνατη θέση του κοριτσιού που πρέπει να φύγει από το πατρικό της , γιατί ο προορισμός της αυτός ήταν και της το θύμιζαν αυτό συχνά . «Τα κορίτσια είναι ξενογωνιές» άκουγα συχνά μέχρι τώρα τελευταία και  σε καμιά περίπτωση δεν δικαιούνταν μερίδιο , ιδιαίτερα από την πατρική κατοικία . Περνώντας το κατώφλι του σπιτιού της ήξερε πως κόβονταν οι δεσμοί με την οικογένειά της . Θα εγκαθίστατο στο καινούργιο σπιτικό ανάμεσα στον άγνωστο άνδρα της , τα πεθερικά της,  τις συννυφάδες  και τις κουνιάδες της . Έτσι η παραμονή , έστω και για μια βραδιά ακόμα , μετρίαζε τον αβάσταχτο πόνο του αποχωρισμού .

Το παρακάτω τραγούδι δείχνει αυτόν τον αβάσταχτο πόνο .

-Πώς να βγω στολισμένη και μηλιά λουλουδιασμένη?

Δε μ’ αφήνει ο πόνος να ‘βγω απ’ τη γλυκιά μανούλα μ’ ,

δε μ’ αφήνει ο πόνος νά ’ βγω απ’ το γλυκό πατέρα μ’ ,

δε μ’ αφήνει ο πόνος νά ‘βγω απ’ τα γλυκά μ’ τ’ αδέρφια .

Και η επίκληση στα μπρατίμια να καθυστερήσουν λίγο ακόμα στη ρούγα της , φανερώνει τα καταθλιπτικά συναισθήματα που της δημιουργούσε ο τελικός αυτός αποχωρισμός από το σπιτικό της .

Φίλοι μου και μπράτιμοί μου , καινούργιοι φίλοι μου ,

για καρτερείτε μπροστά στη ρούγα μου,

για παίξτε τ’ άλογά σας μπροστά στη ρούγα μου

ώσπου να χαιρετήσει η μανούλα μου ,

ώσπου να χαιρετήσει ο πατέρας μου

ώσπου να χαιρετήσουν τα αδερφάκια μου ,

ώσπου να χαιρετήσουν οι φιλενάδες μου .

Μεγάλη συγκινητική φόρτιση , που συνοδευόταν με πολύ κλάμα , προξενούσε και το παρακάτω τραγούδι:

Κλάψε , μανούλα μ’ δυνατά ,να γίνουν λάσπες και νερά ,

να μείνω ακόμα μια βραδιά στης μάνας μου την αγκαλιά .

Το άγνωστο σπιτικό στο οποίο θα εγκαθίστατο  μετά τα στέφανα και η σχέση της με την πεθερά δημιουργούσαν μεγάλο άγχος στη νύφη . Δυναμική η παρουσία της πεθεράς και η γνώμη της σεβαστή από όλους .

«Διπλώστε τα προικιά καλά

 μη μας γελάσει η πεθερά»

τραγουδούσαν , όταν έρχονταν να πάρουν τα προικιά για το νέο σπιτικό της .

Και το παρακάτω τραγούδι δείχνει την ανησυχία και το φόβο της νύφης μήπως τη μαλώσει η πεθερά της .

Σιγανά πιρπάτχια , νύφη ,

σιγανά κι αγάλια αγάλια ,

μη λερώσεις το σαγιά σου

και τη λούτρινη ποδιά σου

κι τη ρούχινη ποδιά σου

θα σι μαλώσ’ η πιθιρά σου .

Όταν η νύφη πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού , την υποδέχονταν με το παρακάτω τραγούδι , που σκοπό είχε να καλοπιάσει την πεθερά και να την προδιαθέσει ότι η νύφη της ήταν αντάξια των προσδοκιών της .

Έβγα , μανίτσα πιθιρά , να ιδείς το γιο σ’ ν-απόρτι ,

να δεις τουν γιο σ’ πως έρχιτι καβάλα και πεζούρα ,

σι φέρνει κόρη απού σειρά κι απού καλό νταμάρι ,

να ξέρει ρόκα κι αργαλειό ,να ξέρει να υφαίνει .

Όταν δε έφθανε στο κατώφλι του νέου της σπιτιού, η πεθερά την περίμενε με το γλυκό στο χέρι και με πολλές ευχές , για να την καλοπιάσει αλλά και γιατί η περίσταση το καλούσε. Αυτήν προσκυνούσε πρώτα τρεις φορές και τη φιλούσε το χέρι και αυτή μαντίλωνε , ένδειξη σεβασμού και υποταγής στο πρόσωπό της και μετά τον πεθερό και τους υπόλοιπους συγγενείς .

Παρατηρούμε , λοιπόν , πως η πεθερά είναι θεσμικό πρόσωπο και το ρόλο της κανείς δεν τον αμφισβητεί . Παινέματα και ωραία λόγια  την πρώτη μέρα του γάμου , γιατί η περίσταση το απαιτούσε και μετά το γάμο αλλαγή των ρόλων .Η πεθερά απαιτεί από τη νύφη υπακοή , πειθαρχία και προσαρμογή στις συνήθειες της δικής της οικογένειας. «Όχι , όπως ήξερες , νύφη μ’ , αλλά όπως βρήκες» λέει η παροιμία και φανερώνει ακριβώς την άμεση απαίτηση της πεθεράς για προσαρμογή της νύφης στα νέα της καθήκοντα . Ακολουθούν  συμβουλές και παραινέσεις και πολύ καταπίεση , η οποία πολλές φορές έφερνε προστριβές και «σιωπηλές» διαμαρτυρίες .

Στην κορφή απ’ το τραπέζι

κυπαρίσσ’ λουλουδιασμένο ,

τράβηξε βοριάς κι αέρας

και γκρεμίζει τα λουλούδια .

-Πάρε, νύφη, το φουκάλι

και φουκάλα το τραπέζι .

Η πεθερά , θεματοφύλακας της τιμής και της υπόληψης της οικογένειάς της ,  τη Δευτέρα μετά το γάμο  θα έδειχνε το ματωμένο νυφικό πουκάμισο , σημάδι της παρθενίας τής νύφης της . Αν η νύφη δεν ήταν παρθένα , αυτό ήταν μεγάλη ατιμία και ντροπή για το γιο της . Στην περίπτωση αυτή ή διαλυόταν ο γάμος ή ο πατέρας της έδινε «πανωπροίκι» κι έτσι όλα   «αποσκεπάζονταν»  . Σε αυτή την περίπτωση το αίμα του κόκορα  αποκαθιστούσε την ηθική της νύφης .  

Οι γάμοι στα περισσότερα καραγκουνοχώρια του κάμπου γίνονταν συνήθως την άνοιξη , πριν αρχίσει ο θέρος και ο αλωνισμός των δημητριακών , γιατί χρειάζονταν εργατικά χέρια . Και τα δυνατά χέρια της καραγκούνας νύφης έπιαναν αμέσως το δρεπάνι και έδειχναν την εργατικότητά της και την αξιοσύνη της . Χαράματα σηκωνόταν να δέσει την μπερέτα της , να βάλει το νυφικό της σαγιά και τα φλουριά της και στολισμένη , για να μην τη γελάσει το χωριό και την πει ανεπρόκοπη , ξεκινούσε για το χωράφι . Και όταν ερχόταν το νέο της βλαστάρι , με το δρεπάνι στον ένα ώμο και στον άλλο τη σαρμανίτσα έπαιρνε ξανά το δρόμο προς το χωράφι και εξακολουθούσε να δουλεύει τη γη σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα με καρφωμένα τα μάτια της στη γη από την οποία κρεμόταν η επιβίωσή τους .

Πολλές φορές παρατηρούνταν το φαινόμενο νέοι άνδρες να παντρεύονται μεγαλύτερες γυναίκες , επειδή η γυναίκα ήταν υπολογίσιμη εργατική δύναμη και οι γονείς της καθυστερούσαν να την παντρέψουν , για να μη τους λείψουν εργατικά χέρια . Άλλες πάλι φορές  οι υποψήφιοι για παντρειά νέοι δεν ήταν σε θέση να δώσουν το «αγαρλίκι» , που κατά κανόνα επικρατούσε στα παλιότερα χρόνια στους καραγκούνικους γάμους κι έτσι οι νέοι παντρεύονταν μεγάλες γυναίκες , οι οποίες  ήταν διαθέσιμες . Παρότι μεγαλύτερη η γυναίκα δε σήμαινε πως βελτίωνε τη θέση της , γιατί τον πρώτο λόγο δεν τον είχε ο άντρας της αλλά ο πατέρας της , ο αρχηγός της οικογένειας που είχε και τη σακούλα , καθώς και η πεθερά και οι άλλες γυναίκες με υψηλή θέση στην ιεραρχία της εκτεταμένης οικογένειας .

 Πάντως σε σχέση με τη γυναίκα ,  ο άνδρας ήταν σε πλεονεκτικότερη θέση μέσα στο γάμο , καθότι η κοινωνία των Καραγκούνηδων ήταν ανδροκρατούμενη , αυστηρή και συντηρητική , με πολλές προκαταλήψεις  και « πρέπει» που δύσκολα και πολύ αργά κατόρθωσαν να ξεπεράσουν .

Με την εργασία μου αυτή προσπάθησα  να παρουσιάσω τους έμφυλους ρόλους και τις σχέσεις στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον των Καραγκούνηδων της Θεσσαλίας , όπως αυτές αποτυπώνονταν μέσα από τα ήθη , τα έθιμα και τα τραγούδια της γαμήλιας τελετουργίας και πως η γαμήλια τελετουργία δεν προσφερόταν απλά σαν μια άμεση αναπαράσταση των πεποιθήσεων και των προσδοκιών της κοινωνίας και της εποχής για τους ρόλους των δύο φύλων , αλλά ότι την ίδια στιγμή , οι αντιλήψεις αυτές εσωτερικεύονταν από τη νέα γενιά και αναπαράγονταν με την εναλλαγή των ρόλων στον κύκλο της ζωής τους .

   

Εκτύπωση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ Θ. ΣΤΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΜΑΓΟΥΛΑΣ

Γράφτηκε από τον/την Αμφικτιονία Θεσσαλών Καραγκούνηδων. Posted in ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

ΘΕΡΟΣ – ΚΟΥΒΑΛΟΣ – ΑΛΩΝΙΣΜΑ & ΛΥΧΝΙΣΜΑ

στα Καραγκουνοχώρια

(για την Ημερίδα στη Μαγούλα, 23-2-2014)

---------- ● ----------

Στα Καραγκουνοχώρια και γενικά στα καμπίσια χωριά ο Ιούνιος (ο Θεριστής) ήταν ένας ξεχωριστός και πολυάσχολος μήνας. Τον μήνα αυτόν άρχιζε να απλώνεται το χρυσαφένιο χρώμα των σταροχωραφιών σε όλο τον κάμπο με τα ώριμα πλέον στάχυα των σπαρμένων σιτοειδών. Και ο κάμπος στη συνολική του σχεδόν έκταση έμοιαζε με χρυσαφένια θάλασσα που δημιουργούσε κύματα σε κάθε φύσημα του αέρα.

Αμέσως με την αρχική ημερομηνία του «Θεριστή» μήνα άρχιζαν οι συγγενείς και φίλοι Καραγκούνηδες σε κάθε χωριό να δημιουργούν τις ομάδες τους, οι οποίες αμέσως θα έπιαναν δουλειά στα σταροχώραφα με τη σειρά: Πρώτα όλοι μαζί στον ένα συγγενή τους, μετά στον άλλο, και στον άλλο… Στις ομάδες αυτές δημιουργούνταν οι «ειδικότητες» εργασιών θερισμού (όπως οι «κόφτες», που ήταν άτομα με ιδιαίτερη επίδοση και ικανότητα να χειρίζονται το δρεπάνι και που κάθε χεριά από το θερισμένο σιτάρι το τοποθετούσαν πίσω τους και αυτοί προχωρούσαν. Και πίσω τους οι δεματοποιοί που συνέλεγαν τις κομμένες χεριές και τις έκαναν δεμάτια. Και οι δεματοποιοί συγχρόνως «έκλωθαν» βρεγμένες χεριές από σιτάρι σε σχήμα σχοινιού («φασκές») με τα οποία έδεναν τα δεμάτια. Και τις φασκές αυτές πολλοί τις είχαν έτοιμες κλωσμένες από κομμένο προηγούμενα βάλτο (χωρίδια) για εξοικονόμηση χρόνου.

Και δημιουργούνταν διαφωνίες και μικροκαβγάδες μεταξύ του κόφτη και του δεματοποιού, ιδίως όταν το σιτάρι δεν ήταν «όρθιο» αλλά πλαγιαστό από τους αέρηδες (τις «πεσιές»). Και έτσι έμεινε το απόφθεγμα εκείνο «Και εσύ κακά χειρόβολα και εγώ κακά δεμάτια», που έχει εφαρμογή σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις.

Επίσης στο θέρισμα υπήρχαν εκτός αυτών και οι άλλοι που ακολουθούσαν και συγκέντρωναν τα δεμάτια σε τριάδες ή εξάδες ή και μεγαλύτερους σωρούς ώστε να επικαθήσει το φόρτωμα (άλλη ημέρα αργότερα) και το κουβάλημα των δεματιών στον τόπο αλωνίσματος, το αλώνι.  Και ο «κουβάλος» γινόταν πάλι με τη συνδρομή των συγγενών και με τα συγγενικά κάρα , τα «αλογόκαρα» ή «βοϊδόκαρα» πιο παλιά. Το δε φόρτωμα είχε αρχιτεκτονική τοποθέτηση επάνω στα κάρα με σταυροειδή τοποθέτηση των δεματιών σε αρκετό ύψος με ξύλινα ψηλά δικουλιά, το δέσιμό τους γινόταν με τριχιές (σχοινιά) και τοποθέτηση στηριγμάτων ένθεν και ένθεν στο κάρο. Έτσι τα φορτωμένα στη σειρά κάρα οδηγούνταν στο μέρος όπου θα γινόταν το αλώνισμα, στο αλώνι, όπου ξεφορτώνονταν και τοποθετούνταν σε μικρούς σωρούς ή «θημωνιές» ώσπου να φτάσει η ώρα του αλωνίσματος.

Εν τω μεταξύ όλοι οι κάτοικοι κάθε χωριού με ειδικές ξύστρες («αξάλες») έξυναν και έφτιαχναν αλώνια σε κοινόχρηστους χώρους με σκληρό έδαφος (τα «τσαΐρια») και περίμεναν να αλωνιστούν τα δεματοποιημένα στάρια, πάλι με το κάθε ένα κομμάτι στη σειρά, όπως θερίστηκαν. Και τότε απλώνονταν, κόβονταν τα δεσίματα στα πρόχειρα αυτά «αλώνια», απλώνονταν στο αλώνι τα θερισμένα φυτά και έμπαιναν σε κίνηση τα ζώα, πάνω από τα κομμένα δεμάτια με κυκλική κίνηση. Δηλαδή στη μέση του κύκλου δενόταν ένας ψηλός πάσσαλος  και κάθε ζώο με μακρύ σχοινί – συνήθως βόδια παλιότερα, αργότερα άλογα και γαϊδούρια- έκανε κυκλική κίνηση πάνω στα δεμάτια («τσιατμάς») ώσπου να τριφτούν οι καλαμιές. Και μετά έμπαιναν οι «αδοκάνες», ξύλινες μικρές σχεδίες που είχαν κάτω μικρά μεταλλικά οδοντωτά κομμάτια ή μικρές σκληρές κοφτερές πέτρες (τσακμακόπετρες). Όλα τα εργαλεία τα κατασκεύαζαν μόνοι τους οι γεωργοί. Έτσι σιγά σιγά γινόταν η τριβή των θερισμένων καλαμιών ώσπου διαλύονταν σε άχυρο, που περιείχε και τον καρπό. Οι πολύωρες κυκλικές κινήσεις των ζώων στο αλώνι, ιδίως των γαϊδάρων, ευθύνονταν για την ακράτεια των ζώων, που έκαναν την ανάγκη τους την ώρα που γύριζαν… Άσχημο και μπελαλίδικο πράγμα, οπότε έμεινε το «Χέστηκε γάιδαρος στ’ αλώνι» !

Το τριμμένο υλικό στο αλώνι μαζευόταν με τα ξύλινα φτυάρια,  γινόταν μακρύς σωρός (τα «λαμιά»), έτοιμος να λιχνιστεί όταν θα φύσαγε σχετικά δυνατός αέρας, οπότε ξεχώριζε ο καρπός από τα άχυρα. Και με το πρώτο λίγο δυνατότερο αεράκι (συνήθως με λίβα) άρχιζε στ’ αλώνια το λίχνισμα με τα «καρπολόγια», τα ξύλινα φτυάρια και οδοντωτά δικούλια. Και μετά τα «κότσιλα» (τις χοντρές εναπομείνασες ξένες ύλες και τους καλαμένιους κόμπους), τα κοσκίνιζαν με τα μεγάλα κόσκινα («δερμόνια») έχοντας για στηρίγματα ξύλινες φούρκες και δικούλια.

Ο καθαρός καρπός σιταριού που απέμενε μαζευόταν σε ανάλογους μακρουλούς σωρούς μέσα στο αλώνι και μεταφερόταν με τα σακιά ή με «τσιόλια» και τοποθετούνταν μέσα σε πανύψηλες πλεγμένες και παλαμισμένες με λάσπη καλαθοειδείς «κόφες» που ήταν μόνιμα τοποθετημένες στα μεγάλα δωμάτια («ντάμια») ή σε ξύλινα τετράγωνα «αμπάρια», προτού τα μεταφέρουν για άλεσμα.

Και όταν αποθήκευαν το στάρι (τον καρπό) στα αμπάρια ή στις κόφες το μετρούσαν με τις «βιδούρες», ξύλινα στρόγγυλα δοχεία που χρησίμευαν ως μονάδες μέτρησης και το υπολόγιζαν σε «σταμπόλια». Δεν θυμάμαι το κάθε «σταμπόλι» πόσες οκάδες ήταν… νομίζω ότι η «βιδούρα» έπαιρνε 12 οκάδες. Αυτά και λόγω του περιορισμένου χρόνου δεν μπορούμε να κάνουμε άλλη ανάλυση.

Σας ευχαριστώ όλους

και είμαι διαθέσιμος για κάθε άλλη πληροφορία.

Εκτύπωση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ-ΤΣΙΩΝΑ ΣΤΟ 3Ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΦΑΡΣΑΛΩΝ

Γράφτηκε από τον/την Αμφικτιονία Θεσσαλών Καραγκούνηδων. Posted in ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

jinoneriΚΑΛΛΙΟΠΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΙΩΝΑ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΞΙΝΟΝΕΡΙΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Λαογραφία, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι απόλυτη επιστήμη και με την επιφύλαξη του αυτοπροσδιορισμού των κατοίκων, πιστευουμε, πρέπει να γίνεται μια διαρκής έρευνα και ένας διαχρονικός ζωντανός διάλογος με τους κατοίκους (πρωτογενής έρευνα), η οποία όμως πρέπει καταρχάς να καθοδηγείται σωστά από επιστημονικούς συνεργάτες, πάντα να ελέγχεται, να συγκρίνεται και να συνδιάζεται με άλλα στοιχεία, ιστορικά, και γεγονότα και σίγουρα να στηρίζεται σε γραπτές προγενέστερες έρευνες και μελέτες ιστορικών και λαογράφων.
Έτσι, για την αναζήτηση της ταυτότητας ενός τόπου, θα πρέπει να εξετάζουμε στοιχεία ιστορικά και στοιχεία της παράδοσης,όπου δεν υπάρχουν πάντα συγκεκριμένες διαφορές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων, οι οποίες έχουν και κοινά ήθη και έθιμα κυρίως στα χωριά των ορίων.

Σύμφωνα με τον Αθ. Κολώτσιο – Δημόφιλο (Λαογραφία Καραγκούνηδων Δυτ΄. Θεσσαλίας έκδοση 1962):
• Όι κάτοικοι της πεδινής δυτικής Θεσσαλίας (Καρδίτσας και Τρικάλων) είναι στην πλειονότητά τους Καραγκούνηδες.
• Οι υπόλοιποι είναι Χασιώτες, Βλάχοι, Σαρακατσαναίοι και Κατσακιώρηδες ( κάτοικοι της ορεινής Πίνδου που φθάνουν εώς την Πύλη δηλαδή στα «ριζά»).
Και εγώ προσωπικά συμφωνώ, καθώς, όσο και αν ερεύνησα, δεν βρήκα κανέναν άλλο χαρακτηρισμό για τους κατοικους του τόπου μας, από σοβαρό μελετητή - ερευνητή, εκτός από τους παραπάνω, ως στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας, παρά χαρακτηρισμούς μόνο, ως στοιχεία γεωμορφολογικού - γεωγραφικού προσδιορισμού (π.χ. κάτοικοι του «ριζού» κλπ) .
Σύμφωνα με την υφιστάμενη βιβλιογραφία στοιχεία που χαρακτηρίζουν και κατατάσσουν πολιτισμικά έναν λαό είναι:
1. Γεωγραφική θέση και σχέσεις με τις διπλανές κοινότητες
2. Προέλευση του φυλετικού στοιχείου
3. Οικιστική ανάπτυξη
4. Ασχολίες των κατοίκων
5. Κοινωνικά χαρακτηριστικά
6. Ήθη και έθιμα
7. Γλωσσικό ιδίωμα - ντοπιολαλιά
8. Ενδυμασία κυρίως των γυναικών

Στοιχεία της έρευνάς μας στα πλαίσια της αναζήτησης της καραγκούνικης ταυτότητας του χωριού Ξινονέρι Καρδίτσας
1. ΤΟ ΞΙΝΟΝΕΡΙ
ΠΕΔΙΝΟ ΧΩΡΙΟ – Ν.Δ. ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ – ΥΨΟΜΕΤΡΟ 149,00μ

Α. ΖΟΥΛΕΥΚΑΡΙ - ΞΥΝΟΝΕΡΙ (ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ)
• Το Ξινονέρι είναι ανάμεσα στις αρχαίες πόλεις Μητρόπολη και Καλλίθηρα.
• Υπήρξε συνεχής και παράλληλη κατοίκηση με τις διπλανές πεδινές κοινότητες της περιοχής από τους αρχαιοτάτους χρόνους (ανακάλυψη Μυκηναϊκού θολωτού τάφου) εώς σήμερα.
• Στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο αποτελεί τμήμα της Μητρόπολης.
• Στην Οθωμανική απογραφή του 17ου αιώνα αναφέρεται ως οικισμός Οθωμανού τιμαριούχου Zulfikar απόπου παρεφθαρμένο το όνομα Ζουλευκάρι.
• Σύμφωνα με δύο φιρμάνια του 1849 ο Οθωμανός τσιφλικάς πούλησε στη Μονή Κορώνας το τσιφλίκι Ζουλευκαρίου και η Μονή απο τότε το διαχειρίζονταν μέχρι το 1918 ( Θεσσαλικό ημερολόγιο τόμος 47,48/2005).
• Την εποχή της Τουρκοκρατίας τα χωριά Ξινονέρι - Ζουλευκάρι, Κρύα Βρύση - Χασάν και Γεωργικό - Τσαούσι ανήκαν στην επαρχία Φαναρίου και δεν συμπεριελήφθησαν ποτέ στην επαρχία των ορεινών δήμων των Αγράφων, όπως τα γειτονικά ημιορεινά χωριά Αη. Γιώργης και Πορτίτσα.
• Το 1882 τα χωριά Ξινονέρι, Κρύα Βρύση και Γεωργικό υπάγονταν στον πρώτο Δήμο Καρδίτσας σε αντίθεση με τα διπλανά ημιορεινά χωριά Αη. Γιώργης και Πορτίτσα που ανήκαν στον ορεινό Δήμο Νεβρόπολης.
• Το 1920 έχουμε την απαλλοτρίωση του τσιφλικιού από το ελληνικό κράτος.
• Κοινή ιστορική πορεία, ίδια η καταγωγή των ανθρώπων και ο ίδιος τρόπος ανάπτυξης με τα δύο διπλανά καραγκούνικα χωριά Κρύα Βρύση και Γεωργικό και όχι με τα διπλανά Αη Γιώργη και Πορτίτσα.
• Κοινές επιγαμίες με τα γειτονικά καραγκούνικα χωριά.
• Το Γεωργικό εκκλησιάζονταν και έθαβε τους νεκρούς του στο Ξινονέρι έως το 1902.
• Κοινό μητρώο αρένων Ξινονέρι με Γεωργικό και Κρύα Βρύση το 1882.
• Μια κοινότηα το Ξινονέρι με την Κρύα Βρύση έως το 1940
• Κοινό μνημείο πεσόντων Ξινονέριου και Κρύας Βρύσης που υπάρχει σήμερα στο Ξινονερι



Από όλους τους σοβαρούς ιστορικούς και μελετητές – ερευνητές της παράδοσης αναφέρεται ως καραγκουνοχώρι όπως στον χάρτη των καραγκούνικων χωριών Κ.Δ. Τσαγκαλά ( έρευνα1962 εώς 1979).


Συμπεριλαμβάνεται επίσης στον χάρτη με τα χωριά των Καραγκούνηδων του Γ.Β. Καβαδία από το 1980

 

Β. ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Ίδιος ακριβώς τρόπος οικιστικής ανάπτυξης με τα διπλανά καραγκούνικα χωριά (τσιφλικοχώρια). Κεντρικός χώρος το μεσοχώρι με το κονάκι και γύρω οι πλινθόκτιστες σαρτάρες
Μεταγενέστερα χτίζονται πλινθόκτιστες και πετρόκτιστες κατοικίες με τον ίδιο τύπο και την ίδια εξέλιξη που συναντάμε και στα υπόλοιπα καραγκούνικα χωριά.
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
Γεωργία και συμπληρωματικά κτηνοτροφία.

ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΙΚΕΣ ΣΑΡΤΑΡΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΟΦΑΔΕΣ ΤΟΥΣ

1920


ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ - 1960

 


Γ. ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ – ΕΡΓΑΛΕΙΑ
• Οι κάτοικοι ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι και ασχολούνταν κυρίως με την γεωργία και λίγα οικόσιτα ζώα κυρίως για προσωπικη τους χρήση.
• Χαρακτηριστικά χρησιμοποιούνταν ο δίτροχος ξύλινος αραμπάς (βαλάμαξο) και το ξυλάλετρο (Ησιόδειο άροτρο)
• Τα αροτριώντα ζώα είναι βουβάλια και βόδια και αργότερα άλογα
• Οι οικογένειες που ασχολούνταν με κτηνοτροφία δεν μετακινούνταν ποτέ
ΑΛΛΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
• Με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας αρκετές οικογένειες εισχωρούν σε αστικά επαγγέλματα και κατοικούν στο χωριό είτε στην Καρδίτσα (δασκαλοχώρι)

Δίτροχος ξύλινος αραμπάς ιδιοκτησίας Ντανόπουλου Ευάγγελου - 1890


Το ξυλάλετρο Ησιόδειο άροτρο ιδιοκτησία Φιλίππου Γεωργίου


Δ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ
• Ζουλευκάρι κοινότητα στο όριο της γεωγραφικής έκτασης των Καραγκούνηδων
• Η περιοχή πέρασμα για τους ορεινούς και εποχιακά μετακινούμενους πληθυσμούς
• Η κοινότητα εξωστρεφής
• Αρκετές επιγαμίες
• Στα νεώτερα χρόνια περιορισμένες εγκαταστάσεις ορεινών οικογενειών
• Εντάχθηκαν ομαλά στην κοινωνία και στον πολιτισμό της κοινότητας.


Ε. ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
Τα ήθη και τα έθιμα των κολίγων του χωριού μας όπως και η καθημερινή τους ζωή στις σαρτάρες, τα τραγούδια τους, οι χοροί τους, τα παραμύθια τους ήταν ολόιδια με των άλλων πεδινών καραγκούνικων οικισμών όπως :
• Η Πασχαλινή λιτανεία εικόνων στον οικισμό και στα χωράφια, η Λιτανεία εικόνας πολιούχου Αγίου Νικολάου στο Πανηγύρι στις 20 Μαίου, που πραγματοποιούνταν στην Κρύα Βρύση.
• Το τραγουδι “της Γαλανής το φόρεμα” και το “Τωρά Λαμπριά και Πασχαλιά”, που τα βρίσκουμε και στο Μοσχολούρι σύμφωνα με τον καταξιωμένο ερευνητή και συγγραφέα Νίκο Καραφύλλη στο βιβλίο “Το Μοσχολούρι”
• Ο χορός μόνο των γυναικών στο “Σεργιάνι” τη δευτερη μέρα του Πάσχα έξω από την Εκκλησία στο “χοροστάσι”, όπως το συναντάμε σε όλα τα καραγκουνοχώρια.


1. ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΞΙΝΟΝΕΡΙΟΥ
• Οι επίσημοι χοροί των Απόκρεων και του Πάσχα και τα τραγούδια τους εκτελούνται αποκλειστικά από τις γυναίκες με αυτοσυνοδεία.
• Ορισμένοι χοροί εκτελούνται ως «θληκωτοί» οι γυναίκες πιάνονταν αγκαζέ όπως και σε αλλά καραγκουνοχώρια.

2. ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΞΙΝΟΝΕΡΙΟΥ - Δεκαετία του 1950
ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ 9 ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΕΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΠΕΛΕΣ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΙΑ ΠΟΥ ΕΠΙΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΝΕΑΡΕΣ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΕΣ


3. ΓΑΜΟΣ ΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ ΤΟ 1953 ΣΤΟ ΞΙΝΟΝΕΡΙ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ
Πάνε να πάρουν την νύφη, Ελένη, από την οικογένεια Παπαευαγγέλου, φαίνονται οι 2 Καραγκούνες δεξιά


Ζ. ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ - ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ
• Η ντοπιολαλιά του χωριού ανήκει στο ιδίωμα των Καραγκούνηδων και χαρακτηρίζεται από τα ίδια γλωσσικά στοιχεία.
• Λόγω των επαφών και επιγαμιών αρκετοί στο ιδιόλεκτο τους έχουν λεξιλογικά και εκφραστικά στοιχεία από τα ορεινά ιδιώματα.

Η. ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ανήκει στον τύπο της καραγκούνικης στολής των χωριών του κύκλου Καρδίτσας. Οι Ξινονερίτισσες φορούσαν τα ίδια ρούχα και τους ίδιους συνδυασμούς με τα υπόλοιπα καμπίσια χωριά, μέχρι το 1940 περίπου όλες οι γυναίκες, και οι ηλικιωμένες εώς το 1960.
Λόγω της εξέλιξης η οποία σημειώθηκε σε όλα τα ελληνικά χωριά αλλά κυρίως λόγω του μεγάλου κόστους κατασκευής της πλούσιας καραγκούνικης ενδυμασίας, οι νεότερες γενιές δεν την φόρεσαν και την αντικατέστησαν πολύ νωρίς με τις μαλλίνες, τις ολόσωμες υφαντές φούστες. Στη συνέχεια φορέθηκε το αστικοποιημένο φουστάνι με απλοποιημένο κεφαλομάντηλο και περιορισμένα κοσμήματα και μετά επικράτησαν τα αστικά ρούχα, όπως έγινε σε όλα τα καραγκούνικα χωριά.
Οι φωτογραφίες οι οποίες έχω την δυνατότητα να σας παρουσιάσω, είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της ύπαρξής και της χρησιμοποίησης της καραγκούνικης στολής από τις μητέρες και κυρίως τις γιαγιάδες του Ξινονερίου.
Στόχος μου λοιπόν, είναι να παρουσιάσω στο ακροατήριο και κάποιες, λόγω του περιορισμένου χρόνου, από τις πολλές φωτογραφίες που έχω, για να βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα. Και τις υπόλοιπες φωτογραφίες και τις προφορικές μαρτυρίες των οικογενειών προσκομίζονται φυσικά στα πρακτικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία διαπιστώνουμε στο Ξινονέρι την κοινή πολιτισμική καραγκούνικη ταυτότητα με τα διπλανά χωριά. Είναι αλήθεια όμως ότι υπήρξε ίσως μια πρόωρη εγκατάλειψη της καραγκούνικης φορεσιάς σε σχέση με άλλα καραγκούνικα χωριά.
Από τα ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία με ιδιάιτερη επισήμανση και στην ενδυμασία των γυναικών, αλλά και από τις προσωπικές μαρτυρίες και βιώματα ηλικιωμένων κατοίκων, τις οποίες καταθέτουμε και θα περιληφθούν φυσικά στα πρακτικά, προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι του Ξινονερίου ανήκαν στη μεγάλη ομάδα των ντόπιου πληθυσμού των κατοίκων της πεδινής Δυτικής Θεσσαλίας που είναι γνωστοί ως καραγκούνηδες.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ
ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΙΩΝΑ
ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΔΩΝ ΤΗΣ ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΔΩΝ

 

Εκτύπωση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΘΩΜΑ ΣΤΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΣΤΙΣ 27-12-2013

Γράφτηκε από τον/την Αμφικτιονία Θεσσαλών Καραγκούνηδων. Posted in ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΘΩΜΑ ΣΤΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥ ΣΤΙΣ 27-12-2013

ΚΥΚΛΟΣ

Των Καραγκούνικων Χωριών του νομού Καρδίτσας

(και οι μεταξύ τους διαφορετικότητες ενδυμασιών,

ηθών – εθίμων, νοοτροπίας κ.λ.π.)

---------- ● ----------

Μικρό και σύντομο «σεργιάνισμα» θα κάνουμε σήμερα στα Καραγκούνικα χωριά του νομού μας, που είναι τέτοια όλα σχεδόν τα χωριά του πεδινού κάμπου της Καρδίτσας. Παράλληλα θα τονίσουμε τη διαφορετικότητα των ενδυμασιών των κατοίκων τους, των εθίμων τους και νοοτροπίας τους.

Γνωστό είναι ότι τα Καραγκούνικα χωριά της Καρδίτσας είναι μόνον τα «καμπίσια» και κανένα των ορεινών περιοχών, όπου δεν κατοίκησε και δεν ρίζωσε κανένας Καραγκούνης, ενώ αντίθετα στα «καμπίσια», τα Καραγκούνικα χωριά, μετοίκησαν και εγκαταστάθηκε πλέον και μέχρι σήμερα όλος σχεδόν ο πληθυσμός των ορεινών και ημιορεινών χωριών του νομού Καρδίτσας.

Θα αρχίσουμε από την ίδια την πόλη της Καρδίτσας, η οποία είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι αρχικά και επί Τουρκοκρατίας δεν ήταν συγκροτημένη, κατοικήσιμη περιοχή, αλλά «σταθμός» των ορεινών καραβανιών και «Κερατζήδων» διερχομένων, με διάφορα «χάνια» και τόπος παζαριών από τους πληθυσμούς των διαφόρων ορεινών χωριών, αλλά και των καμπίσιων. Σιγά σιγά και με την παρέλευση χρόνων και αιώνων δημιουργήθηκαν γύρω από τα «χάνια» και τους τόπους των παζαριών και των ζωοπανήγυρεων κατοικίες και καταυλισμοί από μακρινούς επισκέπτες και ορεινούς κατοίκους, και έτσι η Καρδίτσα αποτέλεσε τόπο συναντήσεων και εγκαταστάσεων από μακρινούς «Βλάχους» ή «Σαρακατσιάνους»  οικογένειες των ορεινών χωριών των Αγράφων, οι οποίοι δημιούργησαν εδώ τους δικούς τους «μαχαλάδες» αλλά και από τους καμπίσιους πληθυσμούς των πεδινών Καραγκούνικων χωριών αργότερα…

Όμως απ’ αρχής η Καρδίτσα σαν μικρή και «περιστασιακή» κατοικήσιμη περιοχή, είχε πάρει και διατήρησε το καραγκούνικο χρώμα από το διπλανό της (σχεδόν εφαπτόμενο με τους διαφόρους αυτούς «μαχαλάδες») χωριό, τις Καμινάδες, που ήταν καθαρά καραγκούνικο χωριό και έτσι διατηρήθηκε σχεδόν και μέχρι σήμερα μολονότι πλέον αποτελεί συνοικία της …. Βέβαια η αλλοίωση του καραγκούνικου χρώματος και η επιμειξία των πληθυσμών επηρέασε και τις Καμινάδες όπως και όλα πλέον τα καραγκούνικα χωριά.

Εμείς σήμερα θα ανατρέξουμε στις προ της ευρείας επιμειξίας αυτής εποχές (ας πούμε στο 1950 – 1965) αλλά και αργότερα, και θα θυμηθούμε και τις προ των ετών αυτών παλιές ονομασίες των καραγκούνικων χωριών.

Και θ’ αρχίσουμε από τα νοτιοδυτικά της Καρδίτσας χωριά (δηλαδή από εδώ που βρισκόμαστε σήμερα), από το Γεωργικό (Τσιαούσι) που απέχει λίγο μόλις από την Καρδίτσα και που το καραγκούνικο χρώμα του (ενδυμασίες, νοοτροπία, ήθη κ.λ.π.) υπήρξε αρκετά διαφορετικό από τα προς ανατολάς και βορρά άλλα καραγκούνικα χωριά. Ομοιότητα παρουσίαζε με τα διπλανά του Κρύα Βρύση και Ξυνονέρι (Τσιαούσι) με μικρή απόκλιση των ενδυμασιών με αυτά. Εντελώς διαφορετική ενδυμασία, όμως, και νοοτροπία με τον Αγ. Γεώργιο, που ήταν και είναι ορεινό και όχι καραγκούνικο χωριό. Λίγο προς βορράν η Μητρόπολη (Παλιόκαστρο). Μεγάλο απ’ αρχής καθαρά καραγκούνικο χωριό με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των γυναικών από χρωματιστούς ουτράδες, ανεπηρέαστο από τους ορεινούς, καίτοι ήταν τόπος στάθμευσης των ορεινών πληθυσμών που κατέβαιναν με τα ζώα τους προς Καρδίτσα. Και δίπλα του βορειότερα το Φράγκο και το Παλαιοκκλήσι (Ίσαρι) με ίδια με της Μητρόπολης έθιμα και ενδυμασία. Η Λοξάδα δυτικότερα από το Ίσαρι είχε μετρημένες καραγκούνικες οικογένειες διάσπαρτες στα κτήματά τους.

Μια διαφορετική σειρά καραγκούνικων χωριών βρίσκουμε βορειοδυτικά της Καρδίτσας αρχίζοντας από το Αρτεσιανό (Μπιτσαρί) με ελαφρά διαφορετική, από πολύχρωμους ζωηρούς ουτράδες, ενδυμασία και άσπρους «μονοσάνιδους» σαγιάδες, φουσκωτές τραχηλιές, κυκλικά μυτάκια των μαλλιών στο μέτωπο κ.λ.π.   Και εν συνεχεία το Ριζοβούνι (Ριζάβα) με όμοια εμφάνιση και νοοτροπία. Τελευταία, δυτικά του Αρτεσιανού δημιουργήθηκε νέος οικισμός από κατοίκους του ορεινού Φλωρεσίου.

Όμως προς τα δυτικά της Ριζάβας συναντούμε άλλη νοοτροπία, έθιμα, αλλά και απόκλιση ενδυμασιών, όπως στους Αγ. Αναργύρους (Παλιούρι) και ιδίως στην Κρανιά, ένα βαθιά αμιγές καραγκούνικο χωριό, όπου τους σαγιάδες πολύχρωμους ουτράδες τους λουλάκιαζαν (γαλάζωναν ελαφρώς) και όπου οι Καραγκούνηδες κάτοικοί του ήταν αρκετά σοβαροί και «διπλωμένοι» νοικοκύρηδες, ονομαστοί για τη «μπεσσαλίδικη» νοοτροπία τους. Στη συνέχεια η Μαγούλα και η Μαγουλίτσα με νοοτροπία ταυτόσημη και χρώμα ίδιο με τους Καραγκούνηδες της Κρανιάς. Πιο πέρα η Γελάνθη με ελαφρώς διαφοροποιημένη ενδυμασία επηρεασμένη από το κοντινό τους καραγκούνικο τρικαλινό χωριό της Ραψίστας.

Δυτικά τώρα μπαίνουμε σε άλλες καραγκούνικες κοινωνίες και χωριά, τα «Βαλτοχώρια» με ακραίο τους (προς Τρίκαλα) το Αγναντερό (Μιζντάνι) κεφαλοχώρι, ανεπηρέαστο καραγκουνοχώρι ακόμη και σήμερα, με ενδυμασίες επηρεασμένες από το γειτονικό τους κεφαλοχώρι των Τρικάλων, τα Μεγάλα Καλύβια, όπως ο λαγκιολάτος σαγιάς και η ψηλόμεση - στη φάσα, τα γκιουρντιά και τα πλαστήρια - μαρέγκα. Εδώ συνεχίζονται οι φουσκωτές τραχηλιές, αλλά οι σαγιάδες, τα σεγκούνια τους, τα φλοκάτα, τα γκιουρντιά τους (κεντημένα με ”μαραγκούς” πλέον ουτράδες) είναι πολύ πιο κοντά από το «κάμσο» και τα μανίκια τους έχουν ακέντητη κατάληξη, ιδίως των γυναικών μεγάλης ηλικίας. Υψηλό μπούστο και δέσιμο της ποδιάς («πεστιμάλι») πιο πάνω από τη μέση, που έδειχνε το στήθος «πιο ψηλά».  Δυτικά από το Μιζντάνι όμως, το Παλαιοχώρι είχε ελαφρά απόκλιση από το Αγναντερό. Κάτι μεταξύ αυτού του χωριού και της Μαγούλας….

Δυτικά από το Μιζντάνι και βόρεια της Καρδίτσας μπαίνουμε καθαρά πλέον στο Βάλτο και στα «βαλτοχώρια». Πρώτα στα Καλογριανά, με νοοτροπία άλλη, απόμακρη και κλειστή, αφού πράγματι ο βάλτος που υπήρχε μέχρι πρόσφατα δεν ευνοούσε την ανάπτυξή τους και την άνετη επικοινωνία. Πέραν αυτού παλαιότερα η ένεκα των βαλτόνερων υπάρχουσα «ελονοσία» αποδεκάτιζε τους κατοίκους τους και η πλειονότητά τους παρουσίαζαν το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας. Τα «βαλτοχώρια» λοιπόν ήταν από τα Καλογριανά και τα ανατολικότερα αυτού κείμενα χωριά όπως: Αγία Τριάδα (Μερίχοβο), Προάστιο (Παραπράσταινα), Πεδινό (Εκίμ Βελέσι), Μαραθέα (Βάναρη), Κόρδα, Μεταμόρφωση (Κορτίκι), Κοσκινά, Ψαθοχώρα (Ρακβα), Μακρυχώρι, Μυρίνη (Μύρους). Η μεταξύ επικοινωνία ορισμένων από αυτά τα χωριά γινόταν ακόμα και με ξυλόβαρκες ανάμεσα στους βάλτους.  Πρόλαβα μερικές τέτοιες εικόνες. Στα χωριά αυτά μέχρι προ ετών παρατηρούμε την ίδια σχεδόν νοοτροπία στα έθιμά τους, στη συμπεριφορά και στην ενδυμασία με τους ίσιους λευκούς σανιδωμένους σαγιάδες, τα φλοκάτα και γκιουρντιά. Το χαρακτηριστικό των κεφαλόδεσμων αυτών των χωριών στις ενδυμασίες των γυναικών ήταν το στραβό δέσιμο της κοτσίδας (”κοσιάνας”), η οποία έδειχνε κυκλικά σχέδια των μαλλιών τους στο μέτωπο με μικρές σειρές κορδονιών (τα ”μυτάκια”). Έτσι με το γνώρισμα αυτό άνετα συμπέρανε κανείς ότι η Καραγκούνα αυτή γυναίκα είναι .. «Βαλτίσια». Και έμεινε χαρακτηριστική η προσωνυμία «μαρή στραβοτσιμπέρω»…

Ανατολικά τώρα από την Καρδίτσα αρχίζουν τα χωριά Σταυρός (Κουμάδες) και απέναντι ο Πρόδρομος (Κουρτέσι) και λίγο ανατολικότερα οι Αγ. Θεοδώροι (Καπτσί), και βόρεια αυτού οι Γοργοβίτες και το Μάρκο. Οι ενδυμασίες τους έφεραν τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτές των Καμινάδων, της Μυρίνης και του Μακρυχωρίου. Δηλαδή τα κεντήματα με τους πορτοκαλίσιους ουτράδες, τους λευκούς μονόφυλλους πίσω σαγιάδες, τα γκουρντιά, τα φλοκάτα και τα πλαστήρια.

Αλλά βορειοανατολικότερα και αμέσως μετά το Μάρκο αλλάζει το σκηνικό και η νοοτροπία των Καραγκούνικων χωριών. Μπαίνουμε στον Παλαμά (το χωριό μου), κεφαλοχώρι παλαιό και πόλις σήμερα, η μεγαλύτερη μετά την Καρδίτσα.

Εδώ θα σταθούμε περισσότερο γιατί πράγματι αλλάζουν τα πάντα σε σχέση με τα προηγούμενα, καθόσον ο Παλαμάς είχε (και έχει ακόμη) ιδιομορφία διαφορετική από τα άλλα Καραγκουνοχώρια ως προς την ενδυμασία, τη νοοτροπία των κατοίκων, τα έθιμά τους και άλλα..

Ο Παλαμάς αρχικά και προ τριών αιώνων δεν ήταν καν χωριό αλλά καλύβες «παλαμισμένες» γύρω από το Μοναστήρι (Αγ. Αθανάσιο), που ήταν εκεί από τους βυζαντινούς χρόνους σε ένα ξηρό μέρος με γύρω - γύρω βάλτο, το ”νσι” (νησί). Τη συνοικία αυτή με τις καλύβες ονόμασαν αργότερα «Ρουμ Παλαμά» για να τη διακρίνουν από τα τρία κονάκια των Τούρκων. Αυτά ήταν εκτός αυτού του μαχαλά και του Αγ. Αθανασίου και των άλλων μαχαλάδων που δημιουργήθηκαν μετά το 1700 από την κάθοδο των νομάδων της Βορείου Ηπείρου και των Ηπειρωτών Κτιστάδων, που πλαισίωσαν τα 3 (τρία) κονάκια (”Παπτσή, Πατσιαβά, Παλιούρα”). Δημιούργησαν νέες συνοικίες (”Καραμπέρ, Κοντακλή, Ανατολικό”) με έθιμα, νοοτροπίες και ενδυμασίες επηρεασμένες από τα των νομάδων της Β. Ηπείρου. Έτσι μοναδικό και πρωτόγνωρο είναι το ολόσωμο «καββάδι» (νυφιάτικο) σαν πορφυρή χρυσοκέντητη βυζαντινή εσθήτα και ο ολόσωμος γαλάζιος σαγιάς ή ακόμη οι σκούφιες («τσαλμάδες»), σύνολα που δεν παρουσιάζονται ούτε καν στα γύρω χωριά αλλά και σε κανένα καραγκουνοχώρι της Καρδίτσας.

Αλλά και τα έθιμα παρουσιάζονται διαφορετικά, καθώς οι κοινωνίες του Παλαμά είναι κλειστές ώστε να μην δέχονται άλλες φάρες εκτός αυτών (Βλάχους, Σαρακατσάνους κ.λ.π.)  Δεν παντρεύονταν ούτε καν στα διπλανά χωριά ούτε δέχονταν νύφες από αυτά. Οι χοροί τους και τα τραγούδια τους επίσης είναι επηρεασμένα από το χρώμα της Βορείου Ηπείρου. Δεν θα αναπτύξω περισσότερα για την ιδιόμορφη καραγκούνικη κοινωνία του Παλαμά, που πάντα αριθμούσε γύρω στους 6.500 κατοίκους με τα ¾ του πληθυσμού φερμένου από την Ήπειρο: νομάδες, κτιστάδες και κολίγους γύρω από τα 3 κονάκια του, αλλά και με τα επώνυμα των οικογενειών που μέχρι πρότινος ήταν ηπειρώτικα (Θανασούλας, Πλατιάς, Μπακρατσάς, Στράτσας κ.λ.π.). Εκείνο που παρατηρήθηκε ήταν ότι αυτοί οι Παλαμιώτες επεκτάθηκαν και στον άλλο κάμπο και δημιούργησαν οικισμούς ή δικά τους χωριά, όπως προς νότο τα Καλυβάκια, καθαρά παλαμιώτικο χωριό γύρω από το Γιαννίκι, και επηρέασαν κατά πολύ την κοινωνία της Ματαράγκας, αφού στα χωριά αυτά παρουσιάζεται ίδια κοινωνία, όμοια νοοτροπία, έθιμα αλλά και ενδυμασία, ακόμη και στον Πύργο Ματαράγκας που κείται νοτιότερα.

Βόρεια του Παλαμά ο Βλοχός ξεφεύγει από τα «Βαλτοχώρια» και γίνεται συμπαθές χωριό του Παλαμά με το οποίο είχε ανοικτές συναλλαγές και ανταλλαγή γάμων. Όχι όμως και ο Αγ. Δημήτριος όπου μετρημένες οικογένειες Καραγκούνηδων διέμεναν (και διαμένουν επίσης) ενώ εκείνος αποικήθηκε από Βλάχους και Ασπροποταμίτες κτηνοτρόφους.

Τώρα ανατολικά και μόλις 4 χλμ παρουσιάζονται νέες καραγκούνικες νοοτροπίες, άλλα ήθη και έθιμα, διαφοροποιημένες ενδυμασίες, καραγκούνικες παραλλαγές, όπως  στην Ιτέα (Κουτσιαρί), ατόφιο κεφαλοχώρι, καραγκούνικο χωριό με προοδευτικότερη νοοτροπία και ξεχωριστή ενδυμασία, αλλά και διαφορετική καραγκούνικη προφορά που παρουσιάζει λεκτικές διαφοροποιήσεις. Τα ρούχα των γυναικών (κάμσο, σαγιάς, ράσο) είναι εντελώς κοντά μέχρι το γόνατο και οι κεφαλόδεσμοι διαφορετικοί. Οι κάτοικοι, «προοδευτικοί» Καραγκούνηδες, κάπως περιφρονητικοί για τις παλαμιώτικες κοινωνίες  και αποικίες, μάζευαν τα γύρω χωριά και τους καθοδηγούσαν προς τη δική τους νοοτροπία, όπως το προς βορράν τους Πέτρινο, που είχε μόλις 8 με 10 οικογένειες καραγκούνικες και τους υπόλοιπους προβατάδες και Σαρακατσάνους. Και βορειοανατολικά τη Συκεώνα (Μουσαλάρ) με επίσης πολύ λίγες καραγκούνικες οικογένειες και άλλους ορεινούς φερμένους. Ανατολικά της Ιτέας ο οικισμός Ηλιά με καθαρά Κουτσαριώτικη νοοτροπία και ανατολικότερα το Λαρσινό Μικρό Βουνό (Τικελί) με μισο-Καραγκούνηδες «Γκατζανάδες» . Νότια της Ιτέας 4 χλμ ένα αρκετά μεγάλο χωριό, το Φύλλο (Σιαμπαλί), που όμως δεν είχε την ίδια νοοτροπία και έθιμα με αυτό, αφού τα πάντα (η ενδυμασία, οι τρόποι, τα έθιμα και τα τραγούδια) ήταν φερμένα από τον Παλαμά, ακόμα και οι γαμπροί και νύφες, και οι οικογένειες – δεδομένου ότι το Σιαμπαλί ήταν πολύ κοντά στα μεγάλης έκτασης «μπικριλέρια» / «τσιφλίκια», όπως το Μολόσι, τα κονάκια των τσιφλικάδων, το Χατζόμπασι, το Βασλί κ.λ.π, όπου ολόκληρες οικογένειες του Παλαμά τα καλοκαίρια αναγκάζονταν να μένουν στο Σιαμπαλί εργαζόμενοι ως κολίγοι στα τσιφλίκια αυτά. Δυτικά του Φύλλου 2 χλμ κείται ο μετέπειτα προσφυγικός οικισμός Αμπελώνας (Αλμαντάρ).   Αντίθετα δυτικά 2 χλμ από το Κουτσιαρί η Αστρίτσα (Μπουλί) ήταν ίδιο με ενδυμασία, έθιμα, γλώσσα και νοοτροπία με αυτό.  Πέρα από το Σιαμπαλί νοτιοανατολικά τα Ορφανά, αρκετά προοδευτικό χωριό λόγω και του σιδηροδρομικού σταθμού του και με ανάμειξη διαφόρων οικογενειών και κατοίκων, είχε καραγκούνικες οικογένειες καραγκούνικες με νοοτροπία, ενδυμασία και έθιμα όπως το Κουτσαρί. Αλλά ακόμα ανατολικότερα η Λεύκη (Λασποχώρι), ολόκληρο καραγκούνικο χωριό επηρεασμένο και από τα προς τα Φάρσαλα καραγκούνικα χωριά (Βασλί, Ευίδριο κ.λ.π.)

Στη Σοφάδα τώρα και τα γύρω από αυτή χωριά, που πράγματι ήταν επηρεασμένα από τη δική της κουλτούρα και νοοτροπία. Βόρεια των Σοφάδων το Μασκλούρ: καθαρά καραγκούνικο χωριό επηρεασμένο όμως κατά το ήμισυ από τη νοοτροπία τη Σοφαδίτικη αλλά και από τον Παλαμά φορώντας τον μονοκόμματα γαλάζιο σαγιά με τα μαύρα κεντήματα και το παλαμιώτικο καββάδι και με βαριά παλαμιώτικη ομιλία, καίτοι είναι 500 μέτρα από τους Σοφάδες. Ενώ στη Σοφάδα εκφράζονταν σε γλώσσα μάλλον ελαφρότερη και μεταλλαγμένη, τάχα προοδευτική. Απέβαλαν πολύ νωρίτερα τις καραγκούνικες ενδυμασίες, σαν πόλη που είχε σιδηροδρομικό σταθμό, και επηρεασμένοι από την ευρωπαϊκή προοδευτικότητα εκείνης της εποχής. Όμως δεν ήταν οι Σοφαδίτες οι σταθεροί και ονομαστοί αρχοντοκαραγκούνηδες, αλλά ελαφρότεροι, μεταλλαγμένοι, που ασχολούνταν και με την κατασκευή πήλινων οικοκυρικών αντικειμένων, για τούτο και τους έλεγαν «Λαϊνάδες».

Και ανατολικά των Σοφάδων η Κυψέλη (Μπαταλάρ) με ενδυμασία περίπου ίδια των Σοφάδων. Με πολύχρωμους ουτράδες κεντημένη και πολλές ποδιές ουτραδένιες. Καββάδι ολόσωμο κόκκινο αλλά όχι χρυσά κεντήματα. Ουτραδένια. Το ίδιο και το κοντινό προς ανατολάς ατόφιο καραγκούνικο χωριό, Πασχαλίτσα (Σουμπ).

Και ατόφιο καραγκούνικο χωριό το βορειοανατολικά των Σοφάδων Αγ. Βησσάριος (Παζαράκι) επηρεασμένο από Σοφάδες. Στη συνέχεια βορειοανατολικά τα Γεφύρια (Κουπριτζί) ίδια γραμμή Σοφαδίτικη και απέναντι το παλιό τούρκικο κονάκι του αγά, τσιφλικά,  το Οθωμανικό (μικρό Καλαράρ), τα ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα, όπως και πολύ λίγα σπίτια από τους εναπομείναντες παλιακούς κολίγους του τσιφλικιού. Παραδίπλα του το Καππαδοκικό (Κιμερλέρ), καθαρά προσφυγικό χωριό, καμία σχέση με καραγκούνικο, με γλώσσα τούρκικη μέχρι και το 1970. Συνέχεια και μετά τα Γεφύρια το νέο προσφυγικό ατόφιο μικρασιάτικο χωριό Νέο Ικόνιο (Τσολτέκι). Ούτε μία οικογένεια καραγκούνικη. Ενώ απέναντι προς νότο το Γραμματικό (Μεγάλο Καλαράρ) κρατά μερικές καραγκούνικες οικογένειες εγκαταστημένες εκεί από τότε που ήσαν κολίγοι στα τσιφλίκια του Οθωμανικού. Οι υπόλοιπες οικογένειες από το Γαρδίκι Τρικάλων.

Άλλη γραμμή από Σοφάδες προς νότο το Ανώι, αντίγραφο σε όλα των Σοφάδων και απέναντι αυτού προς ανατολάς οι Μαυραχάδες, βαθιά κα περισσότερο από τις Σοφάδες Καραγκουνοχώρι. Και στη συνέχεια προς νότο η Φίλια, λίγο διαφοροποιημένη από το σοφαδίτικο χρώμα σε όλα. Μετά τη Φίλια οδηγούμαστε ακόμη νοτιότερα στα μη καραγκούνικα χωριά (Τσιαμάσι, Δρανίστα, Λεοντάρι, Μπαλαμπανί κ.λ.π.)

Τη σοφαδίτικη κουλτούρα ακολουθούν και τα καραγκούνικα χωριά προς τα νοτιοδυτικά αυτών: Μελισσοχώρι (Κουβανάδες), Δασοχώρι (Ζαρχανάδες), Άμπελος (Καζνέσι), Αγ. Παρασκευή (Καζνές Μαγούλα). Ενώ το προς δυσμάς των Σοφάδων Καρποχώρι (Γκέρμπεσι) ακολουθεί τη νοοτροπία εξ ολοκλήρου και ίδια με το Καπτσί, το Κουρτέσι και Κουμάδες.

Ένας θύλακας Καραγκούνικων χωριών και μέχρι σήμερα διατηρώντας την ατόφια καραγκούνικη νοοτροπία, ήθη και έθιμα και ενδυμασία ίδια από τους Κουμάδες, Κουρτέσι και Καρδιτσιώτικων Καμινάδων είναι τα κοντινά προς Καρδίτσα και νοτιοανατολικά αυτής Μέλισσα (Νταούτι) και Πτελοπούλα (Ντιλίβελι). Τέλος μας μένει η νότια της Καρδίτσας και νοτιοανατολικότερη γραμμή καραγκούνικων χωριών όπως το Ρούσσο, ατόφιο και καθ’ ολοκληρίαν καραγκούνικο χωριό με νοοτροπία, ήθη και έθιμα, κουλτούρα και ενδυμασία ίδια με Νταούτι, Ντιλίβελι κ.λ.π. και νοτιότερα αυτού το Καλλίθηρο (Σέκλιζα) εντελώς διαφορετικό και με λίγες οικογένειες καραγκούνικες επηρεασμένες από τους ορεινούς (Μπόσκλαβο), Καταφύγι, Ραχούλα κ.λ.π. Για τούτο και οι ενδυμασίες τους, μισές με φούστες μάλλινες και ράσα μόνον σκούρα, κοντά καραγκούνικα. Αντίθετα τα ανατολικότερα χωριά Αγιοπηγή (Μπραΐμι) και Ζαΐμι έχουν έντονο καραγκούνικο χρώμα και νοοτροπία, ήθη, έθιμα, γλωσσολόγιο καραγκούνικο όπως το Ρούσσο, το Νταούτι, το Ντιλίβελι κ.λ.π.

Στη συνέχεια ακόμη ανατολικότερα προς Σμόκοβο το Καλλιφώνι, μεγάλο χωριό με το καραγκούνικο χρώμα ξεφτισμένο και διαφορετική κουλτούρα, ενδυμασία με σκουρότερα ράσα και υφασμάτινα παρδαλά κατωφόρια χωρίς μανίκια, αλλά και κοντά. Στο ίδιο χρώμα η κουλτούρα (μιση καραγκούνικη, μισή ορεινή) και τα συνεχόμενα προς Καλαμπρέζι, Θραψίμι, Λακρέσι, και Σμόκοβο δυο χωριά Παλιούρι (Απάν Βελέσι) και Λουτρό με κουλτούρα μισο- ορεινή μισο-καραγκούνικη. Ήθη και έθιμα επίσης λίγο διαφορετικά και γλωσσολόγιο, αλλά και ενδυμασία που ούτε ορεινή ούτε καραγκούνικη. Όμως εαυτούς θεωρούν (και είναι) Καραγκούνηδες με διαφοροποιημένη ομιλία . Δεν είναι δυνατόν να αναπτύξουμε τα επί μέρους έθιμα και γλωσσικές διαφορές (μικρές είναι πάντως) όλων των Καραγκούνικων χωριών λόγω μικρού χρόνου διαθέσιμου, πράγμα που ενδεχομένως θα συμβεί άλλη φορά. Τώρα όμως για ορισμένες διευκρινίσεις και αντίλογο είμαι διαθέσιμος.

Εκτύπωση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ-ΤΣΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥ

Γράφτηκε από τον/την Αμφικτιονία Θεσσαλών Καραγκούνηδων. Posted in ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΙΣ 28-12-2013 ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΩΝ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΙΚΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΞΙΝΟΝΕΡΙΟΥ

"Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου

για βγάτε για να μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται.

Γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα,

το μέλι τρών’ οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες

και τα καλά θυμιάματα τα παν στις εκκλησίες…….."

 Έτσι έλεγε η γιαγιά η Φιλίππαινα στο χωριό Ξινονέρι, να σας λέω τα κάλαντα τέτοιες μέρες.

"Καλήν εσπέραν άρχοντες αν είναι ο ορισμός σας,

 Χριστός γεννάται σήμερον εν βηθλεέμ τη πόλη"

 έλεγε ο δάσκαλός μου στην Καρδίτσα.

 Και τα βράδια που ζητούσαμε ένα παραμύθι άρχιζε:

"Κι απ’ λέτε μνια βουλά κι έναν γκιρό ήταν ένας βασιλιάς. Αλλ’ αυτές τις μέρες ήταν ο κουτσός με τη μαγκούρα με τα παγανά"

 Που τ’ ακούγαμε στα κεραμίδια κι έπρεπε να κάνουμε ησυχία για να ρωτήσει η γιαγιά:

 "ποιος είναι εκεί π’λάκι μ’ στα κεραμίδια;

H παράωρος ή Καλικάντζαρος!! παράουρα παράουρα...."

Την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων τρώγαμε τη γουρ’νάδα του παππού, τη δεύτερη παιζόταν το απίστευτο, για εμάς τα παιδιά, έργο της γουρ’νοχαράς, τρομακτικό στην αρχή και στο τέλος πεντανόστιμο με την τσιγαρίδα πρώτο μεζέ απ’ το καζάνι. Και τ’ αϊ-Βασλιού, η γιαγιά είχε για όλους εμάς, μικρούς και μεγάλους, ονοματισμένη την αυγοκ’λούρα μας, για να βασ’λέψουμε. Κι έτσι ,με καλούδια και χαρές, και με χαϊμαλί τo τρίγωνο απαραίτητα στον κόρφο για το μάτιασμα, ξεκινούσε η νέα χρονιά!! Και κυλούσε η ζωή των παιδικών μας χρόνων...

Αλλά ας πάμε να δούμε πότε πρωτοεμφανίστηκε το μικρό όμορφο χωριό μας, στο βιβλίο της ζωής. Ένα είναι βέβαιο, ότι η περιοχή μας κατοικείται από τους μυκηναϊκούς χρόνους (1600-1100 π.Χ.). Αυτό  δείχνει η ύπαρξη του θολωτού μυκηναϊκού τάφου, ο οποίος κατά τους αρχαιολόγους, δεν ταυτίζεται με την αρχαία ζωή της γειτονικής Μητρόπολης. Γιατί εκεί  έχουμε ευρήματα των 4ου  και κυρίως 3ου και 2ου  π.Χ. αιώνων. Γεγονός είναι ότι, το Ξινονέρι βρίσκεται ανάμεσα στην αρχαία Μητρόπολη και στην αρχαία Καλλίθηρα (Σέκλιζα), με μικρή απόσταση μεταξύ τους. Στην είσοδο του τάφου, κατά τους αρχαιολόγους πάντα, υπήρχε "ιερό λατρείας των προγόνων", που σημαίνει και μεταγενέστερη της κατασκευής του χρήση. Η ευρύτερη περιοχή ονομαζόταν Θεσσαλιώτιδα, μετά την εκτόπιση των Αιολοβοιωτών προς τη Βοιωτία. Η Μητρόπολη εμφανίζεται τον 4ο αιώνα βλ. Θεσσαλικό ημερολόγιο τόμος 7 σελ. 80. Mαρτυρίες ζωής, στη ρωμαϊκή, στη βυζαντινή και στην ελληνιστική εποχή, υπάρχουν για την ευρύτερη  περιοχή, οι οποίες μεταξύ άλλων είναι:

  • Επί Φιλίππου του Ε΄ (221-179 π.Χ) έκοβε δικά της χάλκινα νομίσματα με την άδεια του Φιλίππου Ε΄.
  • Το 50 μ.Χ. έχουμε το πέρασμα του Αποστόλου Παύλου και του ισαπόστολου Ηρωδίονα να κηρύττει το Χριστιανισμό στην περιοχή (αυτό δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένο).
  •  Το 325 μ.Χ., ο επίσκοπος Μάρκος, της επισκοπής, της διπλανής πόλης Μητρόπολης (μία από τις 17 επισκοπές που είχε η Θεσσαλία), συμμετέχει στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο ,της Νίκαιας της Μ.Ασίας Η ύπαρξη της Επισκοπής αυτής που φαίνεται και έως τον 7ο  μ.Χ. αιώνα, δηλώνει την παρουσία πολύ κόσμου στην περιοχή.
  • το 525 μ.Χ. ο Ιουστινιανός, ασχολείται με τα τείχη της αρχαίας Μητρόπολης και έκτοτε χάνονται τα ίχνη της.  
  • Το 1662 στο βιβλίο του Καμπουρίδη «Η Νεότερη Ελλάδα μέσα από αρχειακές και Οθωμανικές πηγές»(στοιχ.1) καταγράφεται στην περιοχή η ύπαρξη μικρού κτηνοτροφικού οικισμού με το όνομα Πιρός (Biros ή KucukPortic)που ανήκε από  την περίοδο εκείνη στην επικράτεια της επαρχίας του Φαναρίου και όχι των Αγράφων. Ο οικισμός αυτός προσδιορίζεται σε ανεξάρτητη θέση από το σημερινό χωριό σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά αυτού. Το 1662 το Πιρός είχε 10 εστίες.
  •  Το 1663 το Πιρός και ο οικισμός (Ipsarluca) ερημώθηκαν και δοθηκαν  στον HasanCavus από τον οποίο πιθανότατα  προσέλαβαν  τα ονόματά τους μετέπειτα  η Κρύα βρύση (Hasan) και το Γεωργικό (Cavus).
  • To 1665 το Πιρός είχε 26 εστίες εκ των οποίων οι 16 ήταν έρημες.
  • Το 1666 το Πιρός είχε 8 εστίες
  • Και το 1676 το Πιρός είχε 10 εστίες.
  • Πλήρωνε κεφαλικό φόρο (χαράτσι) και η αναλογία των κατοίκων ήταν 3 χριστιανοί και 1 Μουσουλμάνος.
  • Κατά τον μελετητή  Καλοκαιρινό, ονομάσθηκε Πιρός (εκ του Πέρο= Αχλαδέα αχράς) επειδή ήταν αχλαδότοπος η περιοχή
  • Παράλληλα με την πορεία του παλαιού Πιροσίου και σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά αυτού το 1666 την πρώτη Μαρτίου περιήλθε στην δικαιοδοσία του Τούρκου τιμαριούχου Ζουλφικάρ η έκταση του σημερινού χωριού δηλαδή σε άλλη θέση ξέχωρη δηλ. του παλιού υπό ερήμωση οικισμού Πιροσίου. Εκεί οργανώθηκε καινούργιος γεωργοκτηνοτροφικός οικισμός και έλαβε το όνομά του τιμαριούχου Ζουλφικάρ, με τη μορφή Ζουλευκάρι.
  • Κατά τον Καλοκαιρινό επίσης΄΄ το χωρίον άλλοτε  είχε μέγα δάσος και το 1854 η επισκήψασα πανώλη επήνεγκε πανωλεθρίαν εις τους κατοίκους. Το εν λόγω ζευγηλατείον στερείται ποταμού, έχει δε μίαν μόνον πηγήν εξ ης αρδεύονται οι κατοικοι" (Ακόμη και σε πρόσφατα χρόνια έγινε προσπάθεια κατά τον Ιωάννη Βασιλάκο για οπωρώνα με αχλαδιές) και βέβαια το δάσος και η πηγή υπάρχουν ακόμα.
  • Υπήρχε και μετά τον HasanCavus  ένας τσαούσης μόνο (λοχίας) στο Γεωργικό για τον έλεγχο και των 3 χωριών.
  • Η ανάπτυξη των 3 χωριών αυτών δεν συμπίπτει μόνο χρονικά κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, αλλά βλέπουμε και τον ίδιο ακριβώς τρόπο ανάπτυξης των οικισμών τους και κοινή την ιστορική πορεία τους.
  •  Βρίσκουμε λοιπόν ότι και τα 3 χωριά ήταν καθαρά τσιφλικοχώρια με τις σαρτάρες (σαλτάρες), με το κονάκι (χαρακτηριστικό των Οθωμανικών τσιφλικιών των καραγκουνοχωρίων). Δηλαδή γύρω πάντα από ένα κενό χώρο το «μεσοχώρι» (τις μετέπεισα πλατείες των χωριών) με το κονάκι του μπέη σε κεντρικό σημείο, διατάσσονταν μακρόστενες κατασκευές ως πλευρές κάποιου σχήματος τετραγώνου ή τριγώνου (πυροστιάς) ή και ημικυκλικού, οι λεγόμενες από τους Κραγκούνηδες «σαρτάρες». Αυτές αποτελούνταν από ισόγεια πλινθόκτιστα μικρά σπίτια, ενωμένα μεταξύ τους ανάλογα με το μέγεθος της μεγάλης οικογένειας ή και του τσιφλικιού. Σ’ αυτές τις «σαρτάτες» εγκαθίσταντο όλες οι πρώτες οικογένειες των χωριών αυτών. Η κάθε μονάδα της σαρτάρας ήταν μονόχωρη ή δίχωρη, είχε μπροστά το σοφά, που ήταν χώρος καλοκαιρινής διαβίωσης της οικογένειας  και πίσω τους βοηθητικούς χώρους. Αυτές οι οικοδομές αρχικά γίνονταν με διοικητική απόφαση στέγασης από τους Τούρκους μπέηδες και γενικώς από τους τσιφλικάδες για τους κολίγους, τους Καραγκούνηδες. Στη μια άκρη της σαρτάρας υπήρχε πάντα το κονάκι του μπέη, το μοναδικό δίπατο σπίτι. (στοιχ. σαρτάρας 7).
  •  Το γεγονός ότι στη συνέχεια υπάρχουν ανάμεσα στα πλίθινα σπίτια του Ξινονερίου και κάποια πέτρινα σπίτια, αυτό, οφείλεται στο ότι κοντά στο χωριό υπήρχαν λατομεία πέτρας μέχρι πρόσφατα.
  • Βρίσκουμε και στα 3 χωριά τα ίδια αγροτικά εργαλεία και κυρίως τον αραμπά (βαλάμαξο) με τα βόδια και τα βάλια (βουβάλια) (στοιχ. 8). (Ο Ευαγγέλης ,
  • Οι προφορικές μαρτυρίες λένε, ότι οι σχέσεις των 3 χωριών ήταν πάντα φιλικές. Οι Ζουλευκαρ’νοί, ήταν πολύ πιο δεμένοι με  τους Τσαουσιώτες και τους Κρυοβρυσιώτες, παρά με τους Αγιοργίτες.
  • Το Ξινονέρι, κατ’ αρχάς, ήταν πολύ πιο κοντά, λιγότερο από 1 χλμ από το καθένα χωριό, δηλαδή Γεωργικό και Κρύα Βρύση, ενώ προς τον Άγιο Γεώργιο είχε και ανηφόρα και "δεν είχαν γύρισμα "προς τα εκεί, για να πάνε προς μεγαλύτερο χωριό ή αστικό κέντρο. Ενώ για να πάνε στο χωριό Μητρόπολη που ήταν κεφαλοχώρι οι κάτοικοι του χωριού μας αναγκαστικά περνούσαν από το Γεωργικό-Τσαούσι και για να πάνε στην Καρδίτσα περνούσαν αναγκαστικά από το χωριό Κρύα Βρύση.
  • Ο ισχυρισμός ότι είχαν επαφές με τους κατοίκους του Αγίου Γεωργίου περισσότερο δεν ισχύει, διότι παλιά ο Άγιος Γεώργιος ήταν πολύ ψηλότερα, 5 χλμ και ανηφόρα (με τα πόδια αντιλαμβάνεστε τη διαφορά), από τη σημερινή θέση του χωριού, δηλαδή στη θέση ''Παλιαγιώργη.''
  • Σε ό,τι αφορά τη θέση του  παλιού χωριού στο «Ξινονέρι», ενώ οι σημερινοί κάτοικοι πιστεύουν ότι ήταν στη θέση  ''Παλιοκκλησιά'' δίπλα σχεδόν στο σημερινό χωριό. Γι’ αυτό δεν βρήκαμε κάποια γραπτή μαρτυρία. Σίγουρα όμως υπήρχε εκεί, κάποια κατοίκηση.
  • Το 1882 υπήρχε κοινό μητρώο αρρένων (στοιχ. 9, 10 ) με την Κρύα Βρύση και το Γεωργικό.
  • Στο Ξινονέρι υπάρχει ακόμα και τώρα, κοινό μνημείο πεσόντων. (στοιχ. 11).
  • Εκτός όμως από όλα αυτά, όλοι οι μέχρι τώρα μελετητές της λαογραφίας και της ιστορίας της περιοχής, το χωριό Ξινονέρι το κατατάσσουν πάντα στα καραγκουνοχώρια.
  • Έτσι το βρίσκουμε στον χάρτη του καταξιωμένου  Καρδιτσιώτη  επιστήμονα και Καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων της έδρας της λαογραφίας  Κωσταντίνου Δ. Τσαγγαλά, ο οποίος  στην εξαιρετική διατριβή του για την καραγκούνικη  φορεσιά κατατάσσει το Ξινονέρι σαφέστατα στα καραγκουνοχώρια και όπως ο ίδιος λέει στον πρόλογο του βιβλίου του, '' η έρευνα έγινε το 1962 έως το 1979,  η δαπάνη για την έκδοση του βιβλίου ανέλαβε ο ΕΟΜΜΕΧ, και η έρευνα στηρίχθηκε στην καταγραφή, προσφεύγοντας όμως και στις γνώσεις των γραμματέων των κοινοτήτων. Επίσης αναφέρεται ότι έγινε επιτόπια έρευνα, μέσω των συνεργατών του, μεταξύ των οποίων αναφέρονται ο Δημήτρης Πέτσας από Καρδίτσα, και η κ. Μαίρη Θεολόγη, την οποια προσωπικά θεωρούμε ως την σπουδαιότερη ντόπια θεματοφύλακα της παράδοσης, και κυρίως της καραγκούνικης.
  • Το βρίσκουμε επίσης χρόνια αργότερα ως καραγκουνοχώρι στο σχετικό χάρτη του βιβλίου του Γεωργίου Β. Καββαδία, «Καραγκούνηδες» του 1980. (στοιχ. 13).
  • Το  βρήκαμε ως καραγκουνοχώρι και στη μελέτη ''του κύκλου των χωριών της Καρδίτσας'' και από το σεβαστό μελετητή, λαογράφο και γνώστη, της όλης περιοχής, δικηγόρο κ. Θωμά Στυλόπουλο.
  • Ο σοβαρός και εξιδεικευμένος λαογράφος μελετητής Σωτήρης Ρουσιάκης το συμπεριλαμβάνει σαφέστατα στα Καραγκούνικα χωριά στην ανακοίνωση που έκανε στο πρώτο συνέδριο της Καραγκούνικης Αμφικτιονίας το 2009.
  • Ο Δήμος το κατατάσσει στα επίσημα στοιχεία της έγκριτης ιστοσελίδας του Δήμου, στα πεδινά του χωριά με το Γεωργικό, την Κρύα Βρύση, τη Μητρόπολη κ. α. (υψόμετρο Ξινονερίου 149 μέτρα, υψόμετρο Καρδίτσας 120 μέτρα) σε αντίθεση με τον Αγιο Γεώργιο και την Πορτίτσα που τους ονομάζει ημιορεινούς οικισμούς.
  • Κοινά κτήματα υπάρχουν στους κατοίκους και των 3 χωριών.
  • Πάρα πολλές συγγένειες οικογενειών κυρίως επιγαμίες μεταξύ κατοίκων Ξινονερίου,  Γεωργικού  και Κρύας Βρύσης.
  • Από τα μητρώα αρρένων του 1882 και από τη γνώμη των 2 σεβαστών δασκάλων και αγαπημένων παππούδων μου Ιωάννη Γρηγορίου Βασιλάκου και Λάμπρου Βασιλάκου, που ευτυχώς έγραψαν για το χωριό μας τα πολύ ενδιαφέροντα και συγκινητικά βιβλία τους, ως καταθέσεις ψυχής, καρδιάς και μνήμης για το αγαπημένο τους ΞΙΝΟΝΕΡΙ. Από αυτά προκύπτει ότι πράγματι περίπου μία γενιά πριν, γύρω στα 1821, το Ξινονέρι κατοικήθηκε από τις οικογένειες των δικών μας προπατόρων. (στοιχ. 10).
  • Είμαστε κάτοικοι γηγενείς, όπως όλοι οι Καραγκούνηδες της πεδινής Θεσσαλίας και σίγουρα δεν κατεβήκαμε όλοι από τα Άγραφα, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, διότι πέραν όλων των άλλων, οι ελεύθεροι Αγραφιώτες, δεν κατέβαιναν ομαδικά στα τούρκικα τσιφλίκια για μόνιμη εγκατάσταση. Κάποιες οικογένειες βέβαια, πράγματι κατέβηκαν, από ορεινές περιοχές και στο χωριό μας, όπως και άτομα από επιγαμίες, οι οποίοι όμως,  έμπαιναν στο οικονομικό μοντέλο του χωριού. Εκτός από κάποιους που κατέβηκαν για τζιομπαναραίοι (Χουσμικιαραίοι και συνέχιζαν δηλαδή να ασχολούνται μόνο με κοπάδια ζώων όπως και στην ορεινή πατρίδα τους).
  • Το Ξινονέρι βέβαια, είναι στο όριο της γεωγραφικής έκτασης των   καραγκούνικων χωριών. Δίπλα του ακριβώς υπήρχε πέρασμα των Σαρακατσαναίων, από τα Φάρσαλα στα Άγραφα, οι οποίοι έστηναν  τα κονάκια στην τοποθεσία Ράχες μεταξύ Πορτίτσας και Ξινονερίου. Έτσι είχαν αναπτυχθεί γνωριμίες, σχέσεις  κι εξοικείωση με πολλές από αυτές τις οικογένειες, όπως την οικογένεια Μπασαγιάννη Ιωάννη, Παλιοβάιου Κωνσταντίνου, Κατσιούλη Αναστασίου και Νικολάου που ήταν νομάδες του Βελέσε Παζάρι (Βλαχοβέλεσου), όπως θυμούνται οι  γεροντότεροι του χωριού. Από τις σχέσεις αυτές, αποκτήσαμε πολλές νύφες από εκείνα τα χρόνια, ''σιαπανίσιες,'' γιατί Σαρακατσαναίους είχαν το Παλιούρι, Βελέσι (Δαφνοσπηλιά) Τιτάϊ (Λαμπερό), Νεοχώρι Ραχούλα κ.λ.π. Γυναίκες πλέον εδώ και 3 γενεές «Ζουλευκαρνές», οι οποίες, αν και κράτησαν στο ακέραιο τις ιδιαιτερότητες της καταγωγής τους, ως προς την ενδυμασία. Κατά τα άλλα ενσωματώθηκαν αρμονικά και έζησαν εντελώς αγαπημένα με τις άλλες που ήταν Καραγκούνες. Ενδεχομένως, κάποια έθιμα που έφεραν,  διαφοροποίησαν σε οικογενειακό επίπεδο κυρίως κάποια άλλα έθιμα, τα οποία όμως και έτσι, διαφοροποιημένα τα συναντάμε και σε πολλά άλλα καραγκούνικα χωριά, όπως την λιτανεία των εικόνων (σίγνα) τα βρίσκουμε στα καραγκουνοχώρια Κεφαλόβρυσο και Βαλτινό. Το έθιμο των τραγουδιών με το στόμα στο πανηγύρι το βρίσκουμε στο χωριό Μητρόπολη. Τους θλυκωτούς χορούς σε πολλά καραγκουνοχώρια κ.λ.π.
  • Σε ό,τι αφορά την ενδυμασία θα δείξουμε παρακάτω, ότι σχεδόν σε όλες οι πρώτες οικογένειες του χωριού υπήρξαν μία ή δύο γενιές γυναικών που φορούσαν την πανέμορφη καραγκούνικη στολή. Εξάλλου στη λαϊκή αντίληψη είχε παγιωθεί ότι ο γνωστός τύπος της καραγκούνικης ενδυμασίας αφορά χωρικούς γεωργούς και όσοι είχαν αστικά επαγγέλματα την εγκατέλειψαν και φορούσαν το αστικοποιημένο φουστάνι.
  • Είναι βέβαιο όμως, ότι «τα έβγαλαν» σχετικά νωρίς, όπως και στα περισσότερα χωριά. Πριν τα αντικαταστήσουν με τα αστικά ευρωπαϊκά έκαναν σημαντικότατες  παραλλαγές. Η εγκατάλειψη της παραδοσιακής φορεσιάς και κυρίως της καραγκούνικης έγινε για τους γνωστούς κάτωθι λόγους:  
  • Σαν αποδοχή κατ’ αρχάς του Ευρωπαϊκού πολιτισμού από το λαό μας στο σύνολό του.
  • Σαν μεταβολή γενική του πνεύματος να περιφρονεί κάθε παλιό  δικό μας.
  • Η σύγκριση της καραγκούνικης φορεσιάς με την ευρωπαϊκή ή την απλούστευση της παραδοσιακής ήταν άνιση υπέρ των δεύτερων, διότι η καραγκούνικη στολή ήταν πανέμορφη αλλά πολύ ακριβή.
  • Έπαψε να είναι ένδειξη της οικονομικής κατάστασης και του πλούτου της οικογένειας, όπως ήταν παλαιότερα, διότι τα ατέλειωτα δύσκολα χρόνια όλων των πολέμων κυρίως, ανάγκαζαν τις όμορφες Καραγκούνες να απλοποιούν την ενδυμασία τους, με φουστάνια υφαντά ή υφασμάτινα με πολύ λιγότερο διάκοσμο.
  • Κατά το συντοπίτη λαογράφο Βαγγέλη Αγγέλη στο βιβλίο του «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΠΕΔΙΝΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ» από το 1900 και 1920, πολλά καμποχώρια σταμάτησαν την καραγκούνικη  φορεσιά και προτίμησαν ως πιο πρακτική τη φορεσιά της μαλλίνας, απλοποιώντας την καραγκούνικη με  φούστες, δηλαδή φουστάνια με λαγκιόλια, ή όχι, με πιέτες, σε χρώμα μπλε, καφέ, πράσινο ή κόκκινο, ανάλογα με την ηλικία της γυναίκας. Συμπληρώνονταν με ζακέτες υφασμάτινες ή πλεκτές, δηλαδή  ενδυμασία που έμοιαζε περίπου με το ρουχισμό των ορεινών διαμερισμάτων, γι’ αυτό και προέκυψαν όλες αυτές οι αμφισβητήσεις σε ό,τι αφορά τις ταυτότητες κάποιων χωριών. Πάντα όμως κρατούσαν τη μαντήλα  και την ποδιά που τις συνέδεαν με την στολή τους, κυρίως ως προς τον τρόπο που έδεναν την μαντήλα «μπουρμπούλι» και «κερατσίδα» και το μακρύ μήκος της ποδιάς του, ενώ άλλα χωριά πέρασαν στον αστικό καθιερωμένο σημερινό ρουχισμό.
  • Πρώτες έβγαλαν, κατά τους μελετητές οι γυναίκες των δασκάλων, των γιατρών, των δικηγόρων και των ιερέων. Στην αρχή με αποπομπές και αντιδράσεις από τις τοπικές κοινωνίες (πολλές έμειναν ανύπαντρες ως τεμπέλες κ.λ.π.).
  • Στη συνέχεια ακολούθησε η μόρφωση ανδρών και γυναικών και έγινε πιο εύκολη η μετακίνηση, άρα και η επαφή με αστικοποιημένους πληθυσμούς.
  • Το χωριό μας ήταν πολύ κοντά στη πόλη και είχε περίπου 30 δασκάλους αλλά και άλλους επιστήμονες σε ηλικία σήμερα άνω των 76-80  χρόνων.
  • Σε ό,τι αφορά τον αυτοπροσδιορισμό των κατοίκων, η επαφή με τους απογόνους των γυναικών που θα αναφέρουμε στη συνέχεια, έδειξε ότι ήταν σαφέστατος και με υπερηφάνεια μας ανέφεραν ότι οι γιαγιάδες τους ήταν Καραγκούνες και προθυμότατα μας έφεραν ό,τι στοιχεία ήταν δυνατόν μέχρι τώρα, στο σύντομο χρονικό διάστημα της δικής μας έρευνας. Είναι βέβαιο ότι τα στοιχεία θα γίνουν πολύ περισσότερα στο μέλλον.

Οι δύο αυτές θέσεις των οικισμών Πιρός και Ζουφλικάρ ή Ζουλευκάρι ήταν ανεξάρτητες από το Μοναστηριακό Ζευγηλατείο στην τοποθεσία Παλιοκκλησιά (ναωνύμιο) 200 περίπου μέτρα Νοτίως του σημερινού οικισμού Ξινονερίου και χρονικά ανεξάρτητο από τα άλλα δύο. Το τοπωνύμιο Παλιοκκλησιά δηλώνει τη θέση όπου ήταν, αρχικά, ο ενοριακός ναός του οικισμού. Δεν γνωρίζουμε όμως ποια χρονική περίοδο υπήρχε εκεί.

Στα χρόνια του Αλή (πασά) λίγο πριν το 1800 έγινε περαιτέρω πληθυσμιακή ενδυνάμωση όλων των οικισμών της ευρύτερης περιοχής (μη εξαιρουμένου και του Ζουλευκαρίου, με κύριο στόχο να δημιουργήσει πρωτίστως γεωργικούς οικισμούς (με επίμορτους καλλιεργητές διότι αυτό ήταν πιο συμφέρον για τους Τούρκους).

Έτσι τα χωριά «Τσαούσι» και «Κρύα βρύση» τα βρίσκουμε και στη συνέχεια υπό την κυριαρχία των Ρουσσομπέηδων Αλβανών από το Λεσκοβίκι  περί το 1800 (που έφερε ο Αλή πασάς στο Ρούσσο, στοιχεία από συμβολαιογραφικά πωλητήρια του υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας).

Επίσης κατά το μελετητή  Βούζα Ιωάννη στο βιβλίο του  «το Τσαούσι» υπάρχει ζωή στο Τσαούσι - Γεωργικό κατά το 1780 και κατά τον μελετητή Πέτσα Ιωάννη (στα απομνημονεύματά του για το χωριό Κρύα Βρύση) στα τέλη 17ου και αρχάς του 18ου οι μπέηδες φτιάχνουν στην Κρύα Βρύση τους 3 μαχαλάδες  με σαρτάρες σαν πιροστιά) (στοιχ. 2).

Το χωριό Κρύα Βρύση ήταν τσιφλίκι του Αλή πασά βλ. Δ. Κ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1974, σελ. 261 (α΄ έκδοση 1912).

Ο Ιωάννης Πέτσας από το χωριό Κρύα Βρύση επίσης αναφέρει στα ανωτέρω απομνημονεύματά του, ότι αρχικά η Κρύα Βρύση με το χωριό Ρούσσο, είχαν μια εκκλησία, στη θέση'' Σήμαντρα'' σε ένα λόφο, ανάμεσα στα 2 χωριά.

Επίσης το ότι ανήκε και η Κρύα Βρύση στους Ρουσσομπέηδες, το βρήκαμε και εμείς  σε μισθωτήριο του 1892 μεταξύ του ιδιοκτήτη κτημάτων της Κρύας Βρύσης, Χουσνή βέη Ρούση και τον Ευαγγέλην Ντανόπουλο, γεωργό κάτοικο Ζουλευκαρίου, ως επίμορτον καλλιεργητήν όπως αναφέρεται, περιγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια και το καθεστώς που υπήρχε τότε στις συμβάσεις αγροτικών καλλιεργειών (στοιχ. 3).

Στη συνέχεια, το κτήμα Ζουλευκαρίου περιήλθε στη Μονή Κορώνας. (Συμβούλιο πλημμελειοδικών Καρδίτσας 206/15-6-1883 όπου φαίνονται δύο φερμάνια του 1849 περί του τσιφλικίου της μονής χωρίου Ζουφλικάρι).(στοιχ.4).και βρίσκουμε ότι η Μονή το νοικιάζει έως το 1918 (στοιχείο 5)

Έτσι βλέπουμε την ανάπτυξη των τριών χωριών ως εξής:

                Κρύα Βρύση    Ξυνονέρι            Γεωργικό

               Χασάμπι                     Ζουλευκάρι                  Τσαούσι

                  Ή

               Χασάν

έτος 1881    κάτοικοι 204                 κάτοικοι 201                  κάτοικοι 199

έτος 1889    κάτοικοι 150                 κάτοικοι 274                  κάτοικοι 204

έτος 1896    κάτοικοι 165                 κάτοικοι 234                  κάτοικοι 232

έτος 1907   κάτοικοι 199                   κάτοικοι 324                 κάτοικοι 308

έτος 1920                                κάτοικοι 416

 Σε ό,τι αφορά το Ζουλευκάρι με λεπτομέρειες βλέπουμε κατά τη διαδικασία  απαλλοτρίωσης του 1920 από το Υπουργείο Γεωργίας,  αποτελούνταν από 8051 στρέμματα, μετά των εν αυτώ ξένων ιδιοκτησιών, ως και των εξωχωράφων, εν σύνολον, περιλαμβάνον το κονάκιον, αποθήκας και λοιπά παραρτήματα, ως και έναν υδρόμυλον ,ήτοι΄΄ 35 στρέμ. συνοικισμός, 2959 στρέμ.  αγροί, 4422 στρέμ.  χέρσα, 428 στρέμ. κήπο, 93 στρέμ. λιβάδι, 34 στρέμ. εξωχώραφο και 80 στρέμ.  ξένες ιδιοκτησίες. Στις 16 Μαρτίου του 1920, ήταν 114 κληρούχοι και στην πρώτη διανομή της 8 Μαϊου του 1920 έγινε η διανομή στους πρώτους 70 με γεωργικό κλήρο 48 στρέμματα (στοιχ. 6).

Για την αναζήτηση της ταυτότητας ενός τόπου, θα πρέπει να εξετάζουμε στοιχεία ιστορικά εθνολογικά και παράδοσης, όπου δεν υπάρχουν πάντα συγκεκριμένες διαφορές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των Καραγκούνηδων και των Αγραφιωτών, οι οποίοι έχουν και κοινά ήθη και έθιμα κυρίως στα χωριά των ορίων.

Η λαογραφία, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι απόλυτη επιστήμη και με την επιφύλαξη του αυτοπροσδιορισμού των κατοίκων, πιστεύουμε πως πρέπει να γίνεται μια διαρκής έρευνα και ένας διαχρονικός ζωντανός διάλογος με τους κατοίκους, (πρωτογενής έρευνα) η οποία όμως  πρέπει καταρχάς να καθοδηγείται σωστά από επιστημονικούς συνεργάτες, πάντα να ελέγχεται, να συγκρίνεται και να συνδυάζεται με τα άλλα  ιστορικά – εθνολογικά στοιχεία και γεγονότα και σίγουρα να στηρίζεται σε γραπτές προγενέστερες έρευνες και μελέτες ιστορικών και λαογράφων.

Καταθέτουμε ως άποψή μας  ότι το Ξινονέρι ήταν ένα Καραγκούνικο χωριό, ένα τυπικό χωριό της πεδινής Θεσσαλίας. Μετά την ιστορική και πρωτογενή έρευνα που κάναμε διαπιστώσαμε ότι ανήκει στον ίδια πληθυσμιακή ομάδα σ’ αυτή των Καραγκούνηδων.

Έως τώρα ασχοληθήκαμε με την έρευνα της ανάπτυξης του οικισμού του «Ξινονερίου - Ζουλευκαρίου» σε σχέση με τα διπλανά καθαρά καραγκούνικα χωριά «Τσαούσι – Γεωργικό» και «Χασάν – Κρύα Βρύση».

Διαπιστώθηκε λοιπόν ότι ενώ προϋπήρχε το «Ζουλευκάρι» από τον 17ο αιώνα, κατά τον 18ο και αρχές του 19ου  αιώνα, υπάρχει μία εντελώς κοινή και παράλληλη ανάπτυξη και στα 3 χωριά. (Ζουλευκάρι-Ξινονέρι, Τσαούσι-Γεωργικό και Χασάν-Κρύα Βρύση).

Τα χωρια «Ξινονέρι», «Κρύα Βρύση»και «Γεωργικό» δεν συμπεριελήφθησαν ποτέ στο χάρτη παλαιών ορεινών δήμων των Αγράφων ούτε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας σε αντίθεση με τα χωριά Πορτίτσα, Άγιο Γεώργιο, Μπλάσδο, τα οποία γειτονεύουν άμεσα με το Ζουλευκάρι, αλλά ανήκαν πάντα στην επαρχία των Αγράφων(χάρτης σελ. 92 εγχειριδίου τοπικής ιστορίας Ν.Α. Καρδίτσας). (στοιχ.6Α).

Την περίοδο αυτή (της Τουρκοκρατίας) το Ξινονέρι με τ’άλλα δυο χωριά που αναφέραμε  ανήκαν στην επαρχία (Καζά) Φαναρίου και όχι Αγράφων.

Στη συνέχεια το 1882, υπάγονται και τα 3 χωριά, με τη Μητρόπολη και άλλα, στον πρώτο Δήμο Καρδίτσας, σε αντίθεση με τους ημιορεινούς οικισμούς, Αγ. Γεώργιο και Πορτίτσα που ανήκαν στο Δήμο Νεβρόπολης. (Υπουργείο Εσωτερικών, Πίνακες των επαρχιών Ηπείρου και Θεσσαλίας κατά την απογραφή του 1881, εν Αθήναις 1984, σελ. 33).

Σε ό,τι αφορά την προέλευση των κατοίκων του Ξινονερίου είναι βέβαιον, ότι είναι ίδιοι άνθρωποι, της ίδιας περιοχής με τα άλλα 2 χωριά, που οι Τούρκοι, μοίραζαν σε μικρότερους συνοικισμούς, για την κάλυψη των γεωργικών αναγκών και καλύτερης παραγωγής γεωργικών προϊόντων.

Αντιθέτως ο διπλανός οικισμός της ημιορεινής «Πορτίτσας», ιδρύθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, από Ηπειρώτες και στη συνέχεια κατοικήθηκε από ορεινότερους Αγραφιώτες.

Ο διπλανός ημιορεινός οικισμός «Άγιος Γεώργιος», του οποίου ο προγενέστερος οικισμός «Παληαγιώργης», σε υψόμετρο 650 μέτρων, είχε πολλούς μαχαλάδες που ο κάθε ένας ανήκε σε μία συγκεκριμένη φυλή, όπως Αρβανιτόβλαχοι, Σουλιώτες, Μανιάτες, Βλάχοι, με επτά εκκλησίες, που σώζονται μόνο τρεις (στοιχεία από την επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Μητρόπολης).

Αντιθέτως τα τρία χωριά, αποτελούσαν μία ολότητα, με οικισμούς του Ξινονερίου, την Κρύα Βρύση και το Γεωργικό επί Τουρκοκρατίας , τέλη 19ου αιώνα. (από τα επίσημα στοιχεία του Δήμου).

Την άποψη αυτή ενισχύουν και τα ακόλουθα στοιχεία:

Ο Βούζας  Ιωάννης στο βιβλίο του Το Τσαούσι λέει ότι, το  Τσαούσι δεν είχε εκκλησία, και για πολλά χρόνια, ο εκκλησιασμός των πιστών αυτών γινόταν στο χωριό Ζουλευκάρι, μεταφέροντας μάλιστα τους νεκρούς για ενταφιασμό με αραμπάδες, έως το 1902 που έγινε ο παλιός ναός του Αγίου Νικολάου στο Γεωργικό.

          Έτσι εξηγείται το ότι τα δύο έχουν τον ίδιο πολιούχο Άγιο Νικόλαο (όπως γίνεται πάντα           στη μετακίνηση κατοίκων ενός χωριού σε άλλη τοποθεσία).

Από στοιχεία απογραφών έχουμε τα κάτωθι:

                        Κρύα Βρύση                  Ξινονέρι               

                        ή Χασάν                     Ζουλευκάρι             

Έτος 1920    κάτοικοι 185               κάτοικοι 426 

Έτος 1928    κάτοικοι 257             κάτοικοι 475

Έτος 1940    ανεξάρτητη               κάτοικοι 640

                     Κοινότητα

Εξάλλου σήμερα έχει περάσει προ πολλού η υποτίμηση του όρου Καραγκούνης, που επικρατούσε για αρκετά χρόνια, ώστε κάποιοι τώρα να είναι πιο χαλαροί στην πληροφόρηση για την απόδοση της πραγματικότητας.

Και σήμερα, η όποια αντίδραση κάποιου στον αυτοπροσδιορισμό του ως μέλος ενός καραγκούνικου χωριού (που δεν οφείλεται σε παραπληροφόρηση ή άγνοια) τότε αυτή καθ’ αυτή η αντίδρασή του, κατά το μεγάλο  λαογράφο κ. Ντούλα, είναι απόδειξη ότι είναι Καραγκούνης, με τη νοοτροπία που αντανακλούσε τη μειονεκτική θέση του Καραγκούνη στην ευρύτερη Θεσσαλική πεδιάδα. Καιρός είναι, να είναι πλέον περήφανος σαν ο μπεσαλής, ο αγνός και γνήσιος Έλληνας Θεσσαλός καραγκούνης, έστω εκ καταγωγής, που δεν έφυγε ποτέ από τον τόπο του, και διέσωσε, παρ’ όλη την ταλαιπωρία που πέρασε, με πείσμα, πάρα πολλά στοιχεία και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, κρατώντας πάντα άσβεστον τον Ελληνισμό μέσα του.

Όπως αναφέραμε, υπήρχαν από παλιά στο χωριό πολλές «σιαπανίσιες» και δικές μου γιαγιάδες πολυαγαπημένες, όπως η γιαγιά η Αντρέινα και η γιαγιά η Βαγγέλινα, που όταν ήμουν μικρή, μου άρεσαν και μου έκαναν εντύπωση τα κουκάκια που είχαν στα μαντίλια τους, γυναίκες αγαπημένες, ικανές, έξυπνες, νοικοκυρές σβέλτες (''ξέρς τι είναι αυτές, διαόλου κάλτσα'' έλεγε η γιαγιά), που δεν φορούσαν καραγκούνικα μεν, αλλά τηρούσαν με ευλάβεια όλα τα καραγκούνικα ήθη και έθιμα, εμπλουτισμένα ίσως και συμπληρωμένα και με κάποια δικά τους, τα "διαταμένα", όπως έλεγαν όλες μαζί. Και αφού όλες μαζί ήταν αγαπημένες και θεματοφύλακες με ευλάβεια της παράδοσης για εμάς και "χωρούσαν" όλες εξίσου καλά στο χωριό, νομίζω ότι ακριβώς έτσι, εξίσου καλά, και με τον ίδιο απαιτούμενο σεβασμό, όλες μαζί Καραγκούνες και όποιες Αγραφιώτισσες πρέπει να χωράνε και στη δική μας μνήμη για πάντα.

Σημειώνουμε τα εξής:

Θεωρούσα υποχρέωσή μου στη γιαγιά μου Καλλιόπη να καταθέσω αυτή την άποψή μου για την ταυτότητα του χωριού. Όταν τη ρωτούσα, γιατί ενώ εμένα με έντυνε από τα 8 μου χρόνια καραγκούνα και καμάρωνε στην παρέλαση, εκείνη δεν φορούσε τα καραγκούνικα, μου απαντούσε με μια γλυκιά θλίψη κι ενοχή: " Τήρα, π’λάκι μ’, δεν ίμι ιγώ μόνου, ούλες ιδώ τρουϊρου, καραγκούνις ήμασταν κι καραγκούνις είμαστε, κι η Σπύραινα κι η Αναγνώσταινα κι  η  Στέφινα κι η μανιά η Στέφινα κι η  Κωτούλινα κι η Αναγνωστάρινα  κι ούλες οι άλλες, αλλά τα’ βγαλάμι, γιατί άλλαξαν οι καιροί, ήταν μαύρα χρόνια΄΄. Δεν είχαμι να ζήσουμι! Πού λιφτά για τέτοια καλά ρούχα!!!!!!" Σηματοδοτούσε έτσι, σαφέστατα, ότι ο κόσμος της και ο περίγυρός της ήταν καραγκούνικος.  Και είχε πολύ δίκιο η γιαγιά ότι καραγκούνης δεν είναι κάποιος που η γυναίκα του φορά την πανέμορφη στολή με τα φλουριά μόνον,  αλλά αυτός που ιστορικά και παραδοσιακά, ανήκει στους γηγενείς κατοίκους της πεδινής Θεσσαλίας. Βέβαια σε κάποια χωριά εγκαταστάθηκαν και κάποιες οικογένειες συγκεκριμένες όμως σαρακατσαναίων και  βλάχων, στα χειμαδιά τους συνήθως, όπως επίσης και οι πρόσφυγες, οι οποίοι όμως μετακινούνταν ομαδικά συνήθως.

Σε ό,τι αφορά στην ενδυμασία, τα βελούδινα, μετά το 1955 και τα αργαλίσια φουστάνια, οι φούστες οι απλές, οι κριμιζένιες ή οι κατσαρές, μέ η χωρίς τη φέλπα στο στήθος και τα μαντήλια – τσίπες, με δαντέλα στην άκρη, τα αποκαλούμενα τσιτσέκια, είναι ένας τύπος της παραδοσιακής ενδυμασίας. Διαμορφώθηκε εκτός από την αναγκαστική, λόγω δυσκολιών, απλοποίηση της στολής  και  από την επίδραση της ενδυμασίας των αστικών κέντρων και απαντάται στους Καραγκούνηδες, στην ενδυμασία της έφηβης ανύπαντρης στην περιοχή Σοφάδων – Παλαμά (Κωνσταντίνος Τσαγγαλάς) και φοριούνται από αστικές οικογένειες Καραγκούνηδων από τις αρχές του 1900.

Να είμαστε όλοι καλά

Σας ευχαριστώ

The Best betting exchange http://f.artbetting.netby ArtBetting.Net
All CMS Templates - Click Here